Η λογική του ενιαίου κράτους
Μια κριτική απάντηση στο δημοσίευμα του Δρ. Γρηγόρη Ιωάννου, με τίτλο:
«Γιατί η ακροδεξιά έχει την πρωτοκαθεδρία του αντι-ομοσπονδιακού μετώπου ή γιατί ο αντι-ομοσπονδιακός λόγος δεν μπορεί παρά να είναι εθνικιστικός»
Το δημοσίευμα του Δρ. Ιωάννου, αν και παλαιότερο, αναδημοσιεύεται τελευταία στο διαδίκτυο. Αρχίζοντας από τον τίτλο, το κείμενο προσπαθεί να συνδέσει την τοποθέτηση ενάντια στην ομοσπονδία με τον εθνικισμό. Προσπαθεί να δώσει ακαδημαϊκό κύρος στη, συχνή πλέον, πρακτική, του να αναθεματίζεται ως εθνικιστικό, οτιδήποτε δεν είναι με το μέρος της λύσης ομοσπονδίας – μια πρακτική που οδηγεί στην πόλωση, τον φανατισμό και τη διχόνοια. Μετά από την εισβολή, τον ξεριζωμό και την προσφυγιά, θα έπρεπε ο φόβος μπροστά στην οποιαδήποτε διευθέτηση, ακόμη και την πιο σωστή, να αντιμετωπίζεται με κατανόηση. Θα έπρεπε κανείς να εξηγεί υπομονετικά τα πλεονεκτήματα της λύσης που προτείνει, και να απαντά με σεβασμό στις ανησυχίες του λαού, αντί να τον χαρακτηρίζει ως εθνικιστή και να τον δαιμονοποιεί.
Εμείς καταδικάζουμε ανεπιφύλακτα αυτή την πρακτική. Ωστόσο, μια και το εν λόγω δημοσίευμα προσπαθεί να την στηρίξει σε επιχειρήματα, μας δίνεται η ευκαιρία να τα σχολιάσουμε και να εξηγήσουμε τις δικές μας θέσεις πάνω στο ζήτημα. Ο συγγραφέας θέτει τη βασική του θέση στον τίτλο του δημοσιεύματος και παραθέτει στη συνέχεια διάφορα επιχειρήματα, υπό μορφή σημείων. Σχολιάζουμε τα περισσότερα από αυτά τα σημεία. Ολόκληρο το δημοσίευμα μπορεί να βρεθεί εδώ.
«Επειδή η έννοια του ενιαίου κράτους βασίζεται στη λογική του εθνικού κράτους, όπου μια πλειοψηφούσα κοινότητα ασκεί ηγεμονικό ρόλο παρακάμπτοντας την θέληση των άλλων κοινοτήτων και μειονοτήτων».
Το επιχείρημα αυτό είναι παντελώς ανυπόστατο. Η έννοια του έθνους κράτους, την οποία ανάδειξε η γαλλική επανάσταση, διαφέρει ουσιωδώς από την έννοια του έθνους, όπως τη βρίσκουμε στην παράδοση άλλων λαών. Για παράδειγμα, από τους αρχαίους Έλληνες, έχουμε τον ορισμό του Ηροδότου, κατά τον οποίο, τα χαρακτηριστικά του έθνους είναι το κοινό αίμα, η κοινή γλώσσα, η κοινή θρησκεία και τα κοινά ήθη. Στον ορισμό που επικράτησε να αποκαλείται «γερμανικός», το έθνος είναι ένα σύνολο ατόμων με κοινό πολιτιστικό υπόβαθρο. Σε αυτό συμπεριλαμβάνονται η γλώσσα, η θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμα, η ιστορία. Το «έθνος», με την έννοια που προκύπτει μέσα από τέτοιους ορισμούς, δεν θα έπρεπε να ταυτίζεται με το κράτος, τουλάχιστον σε μια χώρα όπως η Κύπρος. Γιατί απλούστατα, οι Κύπριοι ανήκουν σε περισσότερα από ένα εθνοτικά σύνολα. Οι ορισμοί αυτοί δεν αφήνουν χώρο για πολίτες διαφορετικής καταγωγής από την κυρίαρχη, και αν υπάρχουν, θα είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Σε τέτοια περίπτωση, θα ήταν δίκαιο να πει κανείς ότι η «πλειοψηφούσα κοινότητα ασκεί ηγεμονικό ρόλο παρακάμπτοντας την θέληση των άλλων κοινοτήτων και μειονοτήτων». Μόνο που, αυτό δεν έχει τίποτα να κάνει με το έθνος κράτος.
Η γαλλική επανάσταση ανέδειξε ένα πολύ διαφορετικό μοντέλο. Στο έθνος κράτος, η κοινή συνείδηση θεμελιώνεται σε κοινωνική και πολιτική βάση, παρά σε πολιτιστική. Μια τέτοια συνείδηση σφυρηλατείται μέσα από τον αγώνα για τα θεμελιώδη δικαιώματα, την ισότητα, την ελευθερία, τη δημοκρατία. Και μια τέτοια συνείδηση δεν αποκλείει κανέναν λόγω πολιτιστικού υποβάθρου ή εθνοτικής προέλευσης.
Οι λέξεις έχουν πάντα πολλαπλά νοήματα, και χρειάζεται κανείς να είναι προσεκτικός ώστε να τις χρησιμοποιεί μέσα στο σωστό πλαίσιο. Λέμε για παράδειγμα: «εθνική ομάδα ποδοσφαίρου», για την ομάδα που αντιπροσωπεύει την Κυπριακή Δημοκρατία στους διεθνείς αγώνες, αλλά όταν αναφερόμαστε στους «εθνικούς συλλόγους» του νησιού μας, μάλλον μιλάμε για συλλόγους ελληνοκεντρικής κατεύθυνσης. Μιλάμε για εθνοσυνέλευση, όταν αναφερόμαστε σε ένα σώμα που εκφράζει όλα τα στρώματα του λαού, αλλά όταν μιλάμε για εθνική ταυτότητα, συνήθως αναφερόμαστε στην ταυτότητα εκείνη που αντιπροσωπεύει την καταγωγή ή το πολιτιστικό υπόβαθρο ενός ατόμου. Το έθνος κράτος, δεν σημαίνει εθνικιστικό κράτος. Σημαίνει το σύνολο εκείνο των ανθρώπων που αποκτούν συνείδηση της ενότητάς τους μέσα από το συλλογικό συμφέρον, σε αντίθεση με το ατομικό, και γίνονται οι ίδιοι κύριοι της μοίρας τους, μέσω της αυτοθέσμισής τους.
Το κράτος ως πολιτική οντότητα, ως πολιτεία, δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με μια συγκεκριμένη εθνοτική ομάδα, ιδιαίτερα αν αυτή δεν είναι η μοναδική που υπάρχει στη χώρα. Ένα σύγχρονο κράτος πρέπει να είναι σε θέση να δίνει τα ίδια δικαιώματα και ελευθερίες σε όλους τους πολίτες του, ανεξαρτήτως καταγωγής ή πολιτιστικού υποβάθρου. Μόνο οι εθνικιστές προσδοκούν εθνική ή πολιτιστική καθαρότητα. Το να πιστεύει κανείς ότι ο κυπριακός λαός, δεν μπορεί να συνυπάρξει λόγω εθνοτικών διαφορών, αυτό το ίδιο είναι μια ροπή προς τον εθνικισμό. Η πραγματικά προοδευτική και αντιεθνικιστική αντίληψη, είναι εκείνη που προσπαθεί να καλλιεργήσει μια ενότητα που υπερβαίνει – χωρίς να προσπαθεί να καταργήσει – τις εθνοτικές διαφορές. Αυτό είναι που πρεσβεύουμε εμείς.
Η ομοσπονδία, της μορφής εκείνης που προωθείται στην Κύπρο, έχει κατ’ ανάγκην ρατσιστικό χαρακτήρα, γιατί βασίζεται ακριβώς στην πεποίθηση πως, άτομα που ανήκουν σε διαφορετικές εθνοτικές ομάδες – στην προκειμένη περίπτωση, την τουρκική και την ελληνική – πρέπει να ζουν χωριστά, κάτω από χωριστές διοικήσεις. Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι, οποιοσδήποτε υποστηρίζει την ομοσπονδία, διέπεται από ρατσιστικά κίνητρα. Συνήθως υποστηρίζει κανείς την ομοσπονδία επειδή απλούστατα δεν μπορεί να δει καλύτερη διέξοδο. Αυτό είναι κατανοητό και σεβαστό. Αλλά δημιουργούνται πολλά ερωτηματικά, όταν βλέπουμε να υπερασπίζεται κανείς την ομοσπονδία, με τον ζήλο του ιδεολόγου που υπερασπίζεται ιδανικά και αξίες. Ο διαχωρισμός των πολιτών στη βάση της εθνοτικής τους προέλευσης, δεν μπορεί να είναι αξία. Με λίγα λόγια, τα άτομα που υποστηρίζουν παθιασμένα την ομοσπονδία και ως ιδανικό, αν δεν έχουν απλώς παρασυρθεί από το περιβάλλον ρεύμα της πόλωσης και του φανατισμού, το κάνουν επειδή στην πραγματικότητα δεν πιστεύουν ότι μπορούμε να ζήσουμε μαζί. Αν διαβάσουμε τα επόμενα επιχειρήματα του Δρ. Ιωάννου, βλέπουμε ότι αυτό ακριβώς μας λέει:
«Επειδή στις συνθήκες μισού αιώνα εθνοτικού και εδαφικού διαχωρισμού και εθνοτικής σύγκρουσης με δεκαετίες πλήρους αποξένωσης μεταξύ των ανθρώπων των δυο κοινοτήτων, η επιχειρηματολογία ότι ο δικοινοτισμός και η διζωνικότητα ως συνιστώσες της ομοσπονδιακής επανένωσης είναι “ρατσιστικές ρυθμίσεις” ή “νόμοι της ράτσας” δεν είναι μαξιμαλισμός, είναι γελοιότητα, διαστρέβλωση και επί σκοπού ψέμα και σκοταδισμός».
Προσέξτε τι δηλώνει: ότι η ιδέα να ζήσουμε μαζί, χωρίς διοικητικούς και εδαφικούς διαχωρισμούς, είναι γελοιότητα και σκοταδισμός! Μα τι διαφορετικό είναι που υποστηρίζουν οι ρατσιστές; Δεν είναι ότι οι διαφορετικές φυλές ή εθνότητες δεν μπορούν να ζήσουν μαζί; Μήπως οι μαύροι δεν πέρασαν αιώνες σκλαβιάς και καταπίεσης, και σε μεγάλο βαθμό συνεχίζουν ακόμα να γίνονται αντικείμενο δυσμενών διακρίσεων; Μήπως παρόλα αυτά δεν θεωρούμε ρατσιστή, όποιον κηρύττει τον φυλετικό διαχωρισμό;
Αλλά το ζήτημα πάει πολύ μακρύτερα: αν δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί, τότε πως μπορούμε να αγωνιστούμε μαζί για να φέρουμε την δημοκρατία στον τόπο μας; Πως μπορούμε να αγωνιστούμε ενάντια στο μεγάλο κεφάλαιο που μας καταδυναστεύει; Ενάντια στα Funds και τις τράπεζες, ή καλύτερα, ενάντια στο διαπλεκόμενο σύστημα γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων – ενάντια στην αυτοκρατορία των προνομιούχων, που χτίζεται πάνω στις πλάτες μας; Ο κοινωνικός αγώνας, από τον οποίο αναδύεται η συνείδηση του κοινού συμφέροντος, εκείνου που πηγάζει από την συλλογικότητα παρά από την ατομικότητα, παίρνει κατ' ανάγκην ταξικό χαρακτήρα: ο λαός δεν μπορεί ποτέ να γίνει κυρίαρχος όταν κυριαρχεί το κεφάλαιο, άρα όταν κυριαρχεί μια ολιγαρχία. Γι' αυτό και η κοινή συνείδηση, είναι πρωτίστως ταξική συνείδηση. Γι' αυτό και η αντίληψη υπέρ του εθνοτικού διαχωρισμού – ως αξία – δεν είναι μόνο ρατσιστική και εθνικιστική, είναι επίσης και άκρως αντιδραστική.
Έμμεσες δημοκρατίες δεν υπάρχουν. Η πραγματική δημοκρατία μπορεί να είναι μόνον άμεση. Αυτό προϋποθέτει την οργάνωση του λαού από τη βάση του. Δεν γίνεται διαφορετικά: αν ο λαός δεν είναι οργανωμένος από τη βάση, δεν μπορεί ποτέ να είναι κυρίαρχος. Χωρίς κυρίαρχο λαό, δεν υπάρχει δημοκρατία. Αλλά για να είναι οργανωμένος ο λαός από τη βάση, σημαίνει ότι δεν άρχεται από την τάξη των πλουσίων, ή τουλάχιστον ότι μάχεται ενάντια σ' αυτήν. Ο διαχωρισμός του λαού στη βάση εθνολογικών κριτηρίων, ο εθνοτικός διαχωρισμός, στέκεται ως εμπόδιο στο να επιτευχθεί η ενότητα του λαού πάνω στη βάση του κοινωνικού αγώνα και της ταξικής συνείδησης. Γι' αυτό και ο εθνικισμός είναι πάντοτε αντιδραστική κοσμοαντίληψη.
Δυστυχώς, η σημερινή αριστερά έχει καταντήσει να παράγει ιδεολογίες που, εκτός από μια επιφανειακή ομοιότητα, κυρίως ως προς τις λέξεις και τα σύμβολα, με τις αξίες της δημοκρατίας, της ισότητας, της ελευθερίας και της αλληλεγγύης, επί της ουσίας, επί του περιεχομένου, δεν έχει τίποτα να κάνει μαζί τους. Αντίθετα, τάσσεται στην υπηρεσία του μεγάλου κεφαλαίου, στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού. Με τον ίδιο τρόπο που, ένα καθαρά καπιταλιστικό μόρφωμα, απότοκο της σύμπραξης του ΝΑΤΟ με το μεγάλο, διεθνές, χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, φόρεσε τη μάσκα της συνένωσης των λαών, για να τους υποτάξει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, το έκτρωμα του μεγάλου κεφαλαίου, ένα οικοδόμημα υποδούλωσης και ιμπεριαλισμού, παρουσιάστηκε στους λαούς ως μια προοδευτική εξέλιξη, προς την κατεύθυνση της ενότητας, της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας. Και το μόρφωμα αυτό, έχει κερδίσει τη συναίνεση του μεγαλύτερου μέρους της αριστεράς. Αυτή η αριστερά, σίγουρα έχει χάσει τον δρόμο της.
Η αντιδραστικότητα με αριστερό προσωπείο, δείχνει το πραγματικό της πρόσωπο μόλις αναλογιστεί κανείς τι σημαίνει δημοκρατία και πολιτικά δικαιώματα. Αποφασίζει ο ίδιος ο λαός, ή αποφασίζουν άλλοι γι' αυτόν; Οι πολίτες είναι πολιτικά ισότιμοι, ή υπάρχουν πολίτες διαφορετικών ταχυτήτων; Δημοκρατία χωρίς ισότητα, δεν υπάρχει, αφού η ισότητα είναι ακριβώς εκείνο που προσπαθεί κανείς να πετύχει με τη δημοκρατία. Σκεφτείτε για λίγο τι σημαίνει, η ψήφος ενός ατόμου, να αντιστοιχεί σε δύο, τρεις, πέντε ή δέκα ψήφους ενός άλλου. Σημαίνει πολίτες κατώτερους από άλλους πολίτες. Σημαίνει άμεση κατάργηση της ισότητας και της δημοκρατίας. Η προσπάθεια να υπερασπιστεί κανείς την ομοσπονδία του εθνοτικού διαχωρισμού σε αξιακό επίπεδο, τον αναγκάζει να ταχθεί ευθέως ενάντια στην ισότητα και τη δημοκρατία:
«Επειδή ο πλειοψηφισμός χωρίς συνταγματικές ρυθμίσεις (ένας άνθρωπος μια ψήφος) ουσιαστικά προκρίνει τον αποκλεισμό των άλλων, των μη ενταγμένων δηλαδή στην κυρίαρχη (ε/κ) κοινότητα, από την πολιτική εξουσία».
Ότι ο πλειοψηφισμός χωρίς συνταγματικές ρυθμίσεις μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, αυτό είναι βεβαίως σωστό. Γι' αυτό και στο ΚΙΝΑΜΕ, ένα μεγάλο μέρος της ανάλυσής μας αφιερώνεται στην αναγκαιότητα ενός νέου συντάγματος, που να προέρχεται από τον ίδιο τον λαό, το οποίο να διασφαλίζει τα δικαιώματα των μειονοτήτων και να μην επιτρέπει στην πλειοψηφία να πάρει αποφάσεις εις βάρος τους. Αυτό επιτυγχάνεται με ένα σύνταγμα που στηρίζεται πάνω στην έννοια του δικαιώματος, ένα σύνταγμα που εξασφαλίζει την ατομική και συλλογική ελευθερία. Η αναγκαιότητα του συντάγματος για να εξασφαλιστεί ο δικαιοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματος, είναι άλλωστε ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνει κανείς όταν μελετά συνταγματικό δίκαιο. Αλλά το να ταυτίζεται η έννοια του συντάγματος με την ανισότητα στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, αυτό αποτελεί μια επινόηση του συγγραφέα, που μας αφήνει άναυδους.
Ας δούμε ένα παράδειγμα: διακρατικές συμφωνίες, όπως η TTIP, η CETA και η TiSA, επηρεάζουν βαθιά την ζωή μας, ωστόσο η Ε.Ε. τις υπογράφει και τα κοινοβούλιά μας τις επικυρώνουν, χωρίς να ρωτήσουν τους πολίτες – και μάλιστα, παρά την εναντίωση των πολιτών (όπου οι πολίτες είναι ενημερωμένοι για το τι διακυβεύεται). Οι συμφωνίες αυτές υποβαθμίζουν άμεσα την ποιότητα της διατροφής μας, την υγεία μας, τα εργασιακά μας δικαιώματα, τη λαϊκή κυριαρχία και τη δημοκρατία. Αν υπήρχε πραγματική δημοκρατία, οι λαοί θα έπρεπε – εφόσον ενημερωθούν πλήρως – να εκφράσουν τη θέλησή τους μέσω δημοψηφισμάτων. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο μας επηρεάζουν, δεν εξαρτάται άμεσα από τη θρησκεία, τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα, το πολιτιστικό μας υπόβαθρο. Με λίγα λόγια, οι συμφωνίες αυτές υποβαθμίζουν το βιοτικό μας επίπεδο, ανεξαρτήτως του αν είμαστε Έλληνες ή Τούρκοι, Αρμένιοι, Μαρωνίτες ή Λατίνοι. Γιατί πρέπει λοιπόν, η τοποθέτηση ενός Τουρκοκύπριου απέναντι σ' αυτές, να μετρά περισσότερο από εκείνην των υπολοίπων Κυπρίων; Είτε αυτό συμβαίνει άμεσα, μέσω ενός δημοψηφίσματος, είτε έμμεσα, μέσω του αριθμού των βουλευτών που εκλέγει. Με ποια δικαιολογία, η εθνοτική του προέλευση, δίνει στη γνώμη του πολλαπλάσια βαρύτητα από εκείνην οποιουδήποτε άλλου Κύπριου;
Αν όμως η Κυπριακή Δημοκρατία, κάτω από την πίεση της ελληνικής πλειοψηφίας, προσπαθούσε να περιορίσει τη χρήση της μητρικής γλώσσας των Τουρκοκυπρίων, αν προσπαθούσε να περιορίσει τις θρησκευτικές τους ελευθερίες ή να τους αφαιρέσει την δυνατότητα εθνικού αυτοπροσδιορισμού, ή με οποιονδήποτε τρόπο να επιβάλει δυσμενείς διακρίσεις εις βάρος τους, εκεί είναι που το σύνταγμα πρέπει να αποτελεί φραγμό απέναντί της, εκεί είναι που πρέπει να την περιορίζει. Το σύνταγμα οφείλει να προστατέψει τις μειονότητες από οποιαδήποτε προσπάθεια υποβάθμισης των δικαιωμάτων τους σε σχέση με τους υπολοίπους πολίτες, αλλά όχι να τους δίνει προνόμια έναντι των άλλων πολιτών.
Ο Δρ. Ιωάννου, βλέπει την ενότητα του λαού ως δυνατότητα, μόνο υπό την προϋπόθεση ενός κυπριακού εθνικισμού. Αυτό όμως είναι καθαρά δική του αδυναμία. Είναι το δικό του μυαλό – και το μυαλό όσων σκέφτονται με αυτόν τον τρόπο – που δεν μπορεί να αντιληφθεί μια διαφορετική μορφή κοινωνίας. Μια μορφή κοινωνίας που δεν διέπεται από την εθνικιστική κοσμοαντίληψη:
«Επειδή αν η εναντίωση στην ομοσπονδία γινόταν στη βάση ενός κυπριωτισμού ή κυπριακού εθνικισμού που θα περιλάμβανε και τις δυο κοινότητες, υπέρ μιας πλήρους και ισότιμης συνύπαρξης και ανάμιξης των γλωσσικών εκδοχών, των θρησκειών και των πολιτιστικών ταυτοτήτων μιας νέας πολιτικής κυπριακότητας που θα βασιζόταν σε μια αντίληψη των κοινών εθνικών συμφερόντων, της κοινής κουλτούρας και της κοινής μοίρας, τότε θα υπήρχε λογική προώθησης ενός πιο ενοποιητικού πολιτικού μοντέλου επανένωσης. (μια τέτοια εξέλιξη είναι βέβαια ιστορικά ανέφικτη καθότι η εποχή της εθνογένεσης έχει περάσει ευτυχώς ανεπιστρεπτί – όμως ένας τέτοιος αντι-ομοσπονδιακός λόγος θα είχε τουλάχιστο μια σαφήνεια και μια συνοχή). Αντίθετα όμως η κυπριακότητα και ο κυπριωτισμός ακόμα και στις πιο ανάλαφρες του εκδοχές (εστίαση πχ στα στοιχεία της κοινής παράδοσης, της ιστορίας της συνύπαρξης και του συνταγματικού πατριωτισμού) αποτελεί ανάθεμα και απειλή για τους αντι-ομοσπονδιακούς οι οποίοι έχουν τον ελληνισμό ως παντιέρα και τον κίνδυνο του αφελληνισμού ως μπαμπούλα. Ακόμα και όταν αναφέρονται στην Κύπρο και την Κυπριακή δημοκρατία, την θεωρούν επί της ουσίας ολόκληρη ελληνική και επιδιώκουν την συνέχιση της μονοπώλησης της από τους ε/κ, έστω και μισής, πάση θυσία παρόλο που, [&] ή κατ’ ακρίβειαν επειδή, [&] το τίμημα και το διαφαινόμενο αποτέλεσμα είναι η οριστική διχοτόμηση και η διαιώνιση του εθνοτικού διαχωρισμού».
Μπροστά στο ψευτοδίλημμα που τίθεται εδώ: εθνοτικός διαχωρισμός υπό τη μορφή ομοσπονδίας, ή κυπροεθνικισμός, εμείς βλέπουμε το ενιαίο κράτος ως μια τρίτη δυνατότητα. Τη δυνατότητα της συμφιλίωσης, ανεξαρτήτως εθνοτικών διαφορών.
Ο εθνικισμός δεν αποκτά θετικό πρόσημο, όταν γίνεται κυπριακός εθνικισμός. Ο εθνικισμός είναι λάθος σε κάθε περίπτωση. Η προσπάθεια κατάργησης της ελληνικής, της τουρκικής ή άλλης εθνικής ταυτοτήτας, για να αντικατασταθούν από μια κυπριακή, είναι καταπιεστική γιατί στερεί από το άτομο το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού. Αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, από την περίπτωση που το ίδιο το άτομο, ελεύθερα, αποφασίζει να υιοθετήσει μια καθαρά κυπριακή ταυτότητα. Η υπέρβαση του εθνοτικού διαχωρισμού, δεν μπορεί να επιτευχθεί με την ισοπέδωση των πολιτιστικών διαφορών. Μπορεί μόνο να επιτευχθεί με την αποδοχή τους και με τη συγκρότηση μιας κοινωνίας ισότητας ανάμεσα στους διαφορετικούς. Μια κοινωνία που τη διέπει το πνεύμα του
«ΟΛΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ – ΟΛΟΙ ΙΣΟΙ»
Σε αυτό το πνεύμα, κάθε πολιτιστικό υπόβαθρο, κάθε εθνοτική προέλευση, κάθε εθνική ταυτότητα, γίνονται σεβαστές. Μέσα σε αυτό το πνεύμα, ο αυτοπροσδιορισμός αποτελεί δικαίωμα και αξία. Αυτές είναι οι αξίες, αυτή είναι η λογική του ενιαίου κράτους, έτσι όπως το αντιλαμβανόμαστε εμείς.