Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έποικοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έποικοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Απριλίου 2018

Οι θέσεις μας για το κυπριακό συνοπτικά

1. Εισαγωγή
 
Το κυπριακό πρόβλημα είναι ένα από τα μείζονα ζητήματα που απασχολούν τη χώρα μας και εμείς ως «Πρωτοβουλία για ένα Κίνημα Αμεσοδημοκρατίας» (ΚΙΝΑΜΕ) θεωρούμε τη σωστή επίλυσή του και την επανένωση ως έναν από τους κύριους μας στόχους και βασικό πυλώνα της ανάλυσής μας.

Οι ρίζες του Κυπριακού προβλήματος είναι σύνθετες και φτάνουν αρκετούς αιώνες πίσω. Συνοπτικά, μετά από τρεις αιώνες Οθωμανικής κυριαρχίας η Κύπρος πέρασε στα χέρια των Βρετανών το 1878. Το αίτημα της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού για ένωση με την Ελλάδα σκόνταψε στους αντίθετους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της Βρετανίας. Οι Ελληνοκύπριοι (Ε/Κ) δεν έκαναν αρκετά για να συμπορευτούν με τους Τουρκοκύπριους (Τ/Κ) και να αφουγκραστούν τις επιφυλάξεις τους. Αν και με τη συνθήκη της Λωζάνης (1923) η Τουρκία παραιτήθηκε από αξιώσεις για την Κύπρο, λόγω της επιρροής των παντουρκιστών στην Κύπρο και αργότερα της άμεσης εμπλοκής της Τουρκίας μετά από παρακίνηση των Βρετανών, σπάρθηκε η διχόνοια στο νησί και άρχισε η καλλιέργεια των εθνικισμών.

Τη δεκαετία του ’50 και με τον αγώνα της ΕΟΚΑ, οι διαφορές των Ε/Κ και Τ/Κ ήταν οξυμένες και μαζί με εξωτερικές πιέσεις η Κύπρος πήγε τελικά σε ανεξαρτησία με το δοτό Σύνταγμα του 1960 (Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου). Το Σύνταγμα ήταν διχαστικό και δυσλειτουργικό και οδηγήθηκε στην κατάρρευση, την αποχώρηση των Τ/Κ από την κυβέρνηση και τις βίαιες ταραχές της δεκαετίας του ’60. Μετά το πραξικόπημα στην Κύπρο το 1974 (που υποκίνησε υπό την επιρροή ξένων κέντρων η χούντα στην Ελλάδα), η Τουρκία βρήκε το πρόσχημα να εισβάλει και από τότε το 37% της Κύπρου είναι υπό παράνομη Τουρκική κατοχή. Ακολούθησε μαζικός εποικισμός από την Τουρκία και δημογραφική αλλοίωση του πληθυσμού. Οι Τ/Κ ζουν πλήρως εξαρτημένοι πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά στο λεγόμενο κράτος που ανακηρύχθηκε το 1983 στις κατεχόμενες περιοχές και το οποίο αναγνωρίζει μόνο η Τουρκία. Οι Ε/Κ ζουν υπό τον φόβο της Τουρκίας, η Κύπρος διαρκώς εμποδίζεται και παρενοχλείται στην άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της και διαρκώς υφίσταται Τουρκικές απειλές και προκλήσεις. Από το 1977 και έπειτα, διεξάχθηκαν αρκετοί κύκλοι συνομιλιών οι οποίοι δεν κατέληξαν σε υπογραφή λύσης μέχρι σήμερα. Tο 2004 απορρίφθηκε σε δημοψήφισμα από το 76% των Ε/Κ το σχέδιο Ανάν, που ήταν μια λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας με περισσότερα διχαστικά στοιχεία ακόμα και από το Σύνταγμα του 1960.
 
2. Λαός και Κοινότητες
 
Το κριτήριο για τη μορφή της όποιας λύσης θα πρέπει να είναι το συμφέρον του κυπριακού λαού και μόνο ο λαός μας δικαιούται να πάρει αποφάσεις για τη λύση αυτή. Αντιλαμβανόμαστε τον όρο «κυπριακός λαός» ως εξής: ο κυπριακός λαός, ως πολιτική οντότητα, είναι ένας και αδιαίρετος. Υπάρχει μόνο μια ιθαγένεια, η κυπριακή. Οι Κύπριοι είναι ίσοι μεταξύ τους, σε όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής: στο ιδιωτικό, στο κοινωνικό και στο πολιτικό επίπεδο. Όλοι έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις έναντι του νόμου. Κανένας πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν κατέχει οποιαδήποτε προνόμια, ούτε τυγχάνει ιδιαίτερης μεταχείρισης από την πολιτεία, λόγω της εθνοτικής του ταυτότητας, της θρησκείας ή της γλώσσας του.

Ως κοινότητες αναγνωρίζονται η ελληνική, η τουρκική, η μαρωνίτικη, η αρμένικη και η κοινότητα των Λατίνων. Οι κοινότητες των Μαρωνιτών, των Αρμενίων και των Λατίνων, υπάγονται στην ελληνική κοινότητα. Οι κοινότητες είναι εκείνες που προσδιορίζονται από το Σύνταγμα του 1960 και τη Συνθήκη Εγκαθιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων ανάμεσα στις κοινότητες των Μαρωνιτών, των Αρμενίων και των Λατίνων, που οδήγησαν στην υπαγωγή τους στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Όλα τα δικαιώματα που αφορούν την αλλαγή κοινότητας ενός οποιουδήποτε πολίτη, καθώς και την αλλαγή της υπαγωγής μιας από τις τρεις προαναφερθείς κοινότητες, μέσω εσωτερικών δημοψηφισμάτων, από την ελληνική στην τουρκική κοινότητα, ή αντίστροφα, διατηρούνται. Διευκρινίζεται ότι, οι κοινότητες δεν αποτελούν σε καμιά περίπτωση ξεχωριστούς λαούς, αλλά συνιστώσες του αδιαίρετου κυπριακού λαού. Κανένα άλλο κράτος, πέραν της ΚΔ, δεν μπορεί να έχει λόγο πάνω στα εσωτερικά ζητήματα του κυπριακού λαού.
 
3. Απόρριψη της Ομοσπονδίας και επιλογή λύσης ενιαίου κράτους
 
Η Ομοσπονδία είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνονται συνομιλίες για λύση του κυπριακού μετά την Τουρκική εισβολή του 1974 και κατοχή του βορείου τμήματος του νησιού. Πρόκειται για το πλαίσιο που απαίτησε η ίδια η Τουρκία και που οι Ε/Κ ηγεσίες το δέχθηκαν υπό τις περιστάσεις, χωρίς να δώσουν τη δυνατότητα στο λαό (Ε/Κ και Τ/Κ) να εκφράσει άποψη. Σαν μορφή καθεστώτος για την Κύπρο, η ομοσπονδία είχε ήδη εμφανιστεί σε αγγλικά σχέδια της δεκαετίας του ’50. Τουλάχιστον από το 1956, μετά τις εκθέσεις του Νιχάτ Ερίμ, η Τουρκία τη θεωρούσε συμβατή με τα συμφέροντα και τους σχεδιασμούς της. Οι εκθέσεις Νιχάτ Ερίμ[1] αποτέλεσαν τη βάση χάραξης της πάγιας γεωστρατηγικής της Τουρκίας για την Κύπρο και την Α. Μεσόγειο. Οι βασικές κατευθύνσεις της ακολουθούνται από όλες τις τουρκικές κυβερνήσεις έκτοτε. Η κυριότερη από αυτές είναι ότι η Τουρκία πρέπει να είναι ο μόνος ρυθμιστής θεμάτων ασφάλειας στην περιοχή. Δηλαδή, η Τουρκία προσδοκά στον έλεγχο ολόκληρης της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, τουλάχιστο σε επίπεδο γεωπολιτικής επιρροής. Εξυπακούεται πως η Κύπρος θα είναι στην καλύτερη περίπτωση ένα προτεκτοράτο αν δεν ελέγχεται πλήρως. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, στερεί από τους Κύπριους το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, εξουδετερώνει κάθε δυνατότητα άσκησης εξωτερικής πολιτικής και τελικά επιτρέπει στην Τουρκία να επεμβαίνει στα εσωτερικά του κράτους. Απειλεί την ίδια την επιβίωση των Κυπρίων και ιδιαίτερα των Ε/Κ, ενώ διαιωνίζεται η εξάρτηση και η καταπίεση των Τ/Κ από την Τουρκία (που επί Ερντογάν όλο και αυξάνεται).
 
Αν και υποδύεται τον προστάτη, η Τουρκία καθόλου δεν νοιάζεται για την ευημερία των Τ/Κ. Αυτό αποδεικνύεται από την πολιτική καταπίεση, τη φίμωση του τύπου, την προσπάθεια αλλοίωσης της κουλτούρας και θρησκευτικού ελέγχου τους. Το πόσο κυνικά η Τουρκία βλέπει ως απλό εργαλείο γεωπολιτικής τις «τουρκικές μειονότητες» σε άλλα κράτη, φαίνεται σε βιβλίο όπου καταγράφονται οι γεωπολιτικές βλέψεις της Τουρκίας, του καθηγητή πολιτικών επιστημών Αχμέτ Νταβούτογλου[2], μετέπειτα υπουργού εξωτερικών και πρωθυπουργού της Τουρκίας επί Ερντογάν. Η στενή γειτνίαση της Κύπρου με την Τουρκία, η απουσία επαρκούς κυπριακού στρατού μετά τη λύση και η επιρροή των εποίκων εξασφαλίζουν πως με την ομοσπονδία το θέμα της ασφάλειας ολόκληρης της χώρας και της γύρω περιοχής, παραδίδεται πλήρως στην Τουρκία όπως αυτή διακαώς επιδιώκει.
 
Πέραν από τον τομέα της ασφάλειας, η Ομοσπονδία επιτρέπει την επέκταση της τουρκικής επιρροής και στα εσωτερικά ολόκληρης της Κύπρου και λόγω της δομής που θα έχει το κράτος. Η Τ/Κ κοινότητα, τουλάχιστο από το 1974 και μετά, ελέγχεται πλήρως από την Τουρκία. Οποιαδήποτε λύση συντηρεί το διαχωρισμό που σχεδίασε από το 1956 ο Νιχάτ Ερίμ, διατηρεί αυτό τον έλεγχο της Τουρκίας πάνω στους Τ/Κ. Η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού στα κατεχόμενα είναι έποικοι ή Τούρκοι πολίτες με άδεια παραμονής και σχεδόν όλοι θα παραμείνουν σε λύση Ομοσπονδίας. Ακόμα, οι 60+ διμερείς συμφωνίες ψευδοκράτους-Τουρκίας θα ενσωματωθούν στη λύση, και τα Τουρκικά συμφέροντα θα αλωνίζουν (μάλιστα η Τουρκία απαιτεί και τις τέσσερεις ελευθερίες της Ε.Ε.[3] για τους πολίτες της). Οι Ε/Κ θα υποτάσσονται στην τουρκική επιρροή κάνοντας διαρκώς παραχωρήσεις υπό την απειλή της παράλυσης του κράτους. Ακόμα και με τις καλύτερες προθέσεις, οι προτεινόμενες δομές (νομοθεσία, δικαστικό σύστημα, εκτελεστική εξουσία, οικονομία, διεθνείς σχέσεις) κάνουν το κράτος βαθιά δυσλειτουργικό. To ΚΙΝΑΜΕ δεν αποδέχεται σε καμία περίπτωση λύση που επιτρέπει την τουρκική επιρροή επί της Κύπρου.
 
Η λεγόμενη «πολιτική ισότητα» ανάμεσα στις δύο κοινότητες, αντιστοιχεί σε ανισότητα ανάμεσα στους πολίτες. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι η Τ/Κ κοινότητα περιλαμβάνει το 20% των πολιτών, ενώ η Ε/Κ το 80%. Αν οι δύο κοινότητες έχουν συνολικά ισοδύναμη ψήφο, αυτό σημαίνει ότι η ψήφος ενός Τ/Κ ισοδυναμεί με τις ψήφους τεσσάρων Ε/Κ. Ο λόγος που δίνεται είναι η αποτροπή παραγκωνισμού των Τ/Κ από τις πολιτικές διαδικασίες και της δυσμενούς μεταχείρισης τους. Η αποδοχή αυτής της ανισότητας όμως (όπως και των βέτο, εκ περιτροπής προεδρίας, ευνοϊκών ποσοστώσεων κ.λπ.), για όλα τα ζητήματα υποσκάπτει τη δημοκρατία και δημιουργεί προνομιούχους πολίτες. Τέτοια προνόμια δημιουργούν το αίσθημα αδικίας και καχυποψίας ανάμεσα στις δύο κοινότητες, διαρρηγνύοντας την ενότητα του λαού.
 
Η ομοσπονδία είναι ένας ρατσιστικός διαχωρισμός της κυπριακής κοινωνίας, βάση της εθνοτικής προέλευσης των πολιτών που θα φέρει τη μισαλλοδοξία και την άνοδο των εθνικισμών. Δημιουργεί δύο ξεχωριστούς λαούς, με διαφορετικές νομικές προσωπικότητες, που είναι έτοιμοι να διαχωριστούν μεταξύ τους, μόλις οποιοιδήποτε εσωτερικοί ή εξωτερικοί παράγοντες σαμποτάρουν τη λειτουργία του κράτους. Μια κατάρρευση, που θεωρούμε αρκετά πιθανή, θα οδηγήσει σε διχοτόμηση ή/και βίαιες ταραχές.
 
Πέραν από τα πιο πάνω, θεωρούμε λανθασμένο το επιχείρημα, πως πολλές άλλες χώρες είναι ομοσπονδιακές. Η πλειοψηφία των κατοίκων ομοσπονδιών, ζουν σε χώρες τεράστιες σε έκταση και πληθυσμό όπως οι ΗΠΑ, Ρωσία, Ινδία και Γερμανία. Τα ομόσπονδα κρατίδια είναι διοικητικές περιφέρειες με περιορισμένη αυτονομία, χωρίς ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, και χωρίς πολιτικές ανισότητες βάσει της εθνοτικής προέλευσης. Η μικρή Κύπρος δεν χρειάζεται τέτοιο σύστημα. Οι ομοσπονδίες σε μικρότερες χώρες συνήθως επιβάλλονται μετά από Ιμπεριαλιστικούς πολέμους, όπως στη Βοσνία και στο Ιράκ, και καταλήγουν σε δυσλειτουργικά προτεκτοράτα με τη μόνιμη απειλή κατάρρευσης ή/και βίαιων ταραχών.
 
Η δική μας θέση είναι πως πρέπει ενωμένος ο λαός, Ε/Κ και Τ/Κ να επιδιώξει μια λύση ενιαίου κράτους. Η λύση αυτή, δεν πρέπει να διαχωρίζει εδαφικά τον κυπριακό λαό. Αυτό επιτρέπει την επιστροφή όλων των προσφύγων και από τις δύο κοινότητες. Οδηγεί σε έναν ανάμικτο πληθυσμό, πράγμα απαραίτητο για να αποκατασταθούν οι σχέσεις ανάμεσα στους πολίτες των δύο κοινοτήτων. Δεν διαιωνίζει το αίσθημα αδικίας που νιώθουν όσοι εκτοπίστηκαν με τη βία από τα σπίτια και τις περιουσίες τους. Ούτε συντηρεί την καχυποψία μεταξύ των δύο πλευρών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ομοσπονδίας. Η λύση που προτείνουμε δεν προωθεί τον εθνικισμό, ούτε τις αποσχιστικές τάσεις. Με την επιλεκτική απόδοση αρμοδιοτήτων στις κοινοτικές συνελεύσεις του κράτους, η ανισότητα – που δημιουργείται από τις αποφάσεις σε κοινοτικό επίπεδο – περιορίζεται σε λίγα ειδικά ζητήματα, που από τη φύση τους την δικαιολογούν και την χρειάζονται (βλέπε 4.2.). Χωρίς τις διχαστικές πρόνοιες του Συντάγματος του 1960, που σχεδιάστηκαν για να το κάνουν να αποτύχει, η λειτουργία του κράτους δε θα σαμποτάρεται στο κάθε της βήμα. Ούτε θα παρακωλύεται από μια περίπλοκη γραφειοκρατική διαδικασία, η οποία θα δημιουργεί παντού τριβές και συγκρούσεις, όπως θα γίνεται με την Ομοσπονδία. Θα οδηγήσει σε ένα λειτουργικό κράτος, χωρίς καταπίεση της οποιασδήποτε πλευράς, με δικλείδες και ρυθμίσεις που επαρκώς απαντούν στις ανησυχίες και εγγυώνται την ασφάλεια και των δύο κοινοτήτων.
 
Κυκλοφορεί ευρέως η άποψη ότι η ομοσπονδία είναι η μόνη εφικτή λύση, γιατί καμιά άλλη λύση δεν πρόκειται να γίνει αποδεχτή από την Τουρκία. Το σκεπτικό αυτό είναι λανθασμένο. Λύση που επιτρέπει στην Τουρκία να πραγματώσει τις προσδοκίες της, εμείς δεν πρέπει να δεχτούμε, αφού θεωρούμε αδύνατο ταυτόχρονα να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της τουρκικής άρχουσας τάξης και τα συμφέροντα του κυπριακού λαού. Είναι λάθος να θεωρείται η όποια λύση (που άπαξ και υπογραφεί είναι μη αναστρέψιμη), αυτόματα καλύτερη από το στάτους κβο. Η λύση του ενιαίου κράτους απαιτεί την κάμψη της Τουρκίας από μακροπρόθεσμο παλλαϊκό κοινό αγώνα Ε/Κ και Τ/Κ με διεθνείς συμμαχίες και στρατηγικό σχεδιασμό. Δεν δεσμευόμαστε για ομοσπονδία από κάποια συνθήκη (οι «συμφωνίες» Μακαρίου-Ντεκτάς (1977) είναι καταγραφή θέσεων). Κάποιοι ταυτίζουν το ενιαίο κράτος με τον εθνικισμό επειδή δεν προτάθηκε στους Τ/Κ από ένα κίνημα επαναπροσεγγιστικό και με περιεχόμενο που να διασφαλίζει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες τους. Επίσης η διεθνής μας πολιτική είναι βασισμένη στη μοιρολατρία και το δόγμα «ανήκωμεν εις την Δύση» που μας κρατούν δέσμιους στην εξωτερική πολιτική της Ε.Ε. και μέσω της συνθήκης PESCO και του ΝΑΤΟ. Αυτό περιορίζει δραματικά τις διεθνείς συνεργασίες που μπορούμε να επιδιώξουμε και μας καθιστά γεωπολιτικούς εχθρούς με χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα και το Ιράν.
 
Πιστεύουμε ότι ο ελεύθερος και επανενωμένος κυπριακός λαός, πρέπει να ασκήσει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσής του, μέσα από τις δημοκρατικές διαδικασίες μιας συντακτικής εθνοσυνέλευσης, η οποία θα ορίσει ένα νέο σύνταγμα. Το νέο σύνταγμα θα αποτελέσει τη βάση λύσης του κυπριακού, το οποίο αφορά μόνον τον κυπριακό λαό και κανέναν άλλο.
 
Περισσότερα για τη διαδικασία λύσης λέμε στην 4.1., ενώ στις παραγράφους 4.2.-4.7. παρουσιάζουμε τις θέσεις και απόψεις μας για σημαντικές πτυχές του ενιαίου κράτους.
 
4.1. H εξασφάλιση της τήρησης του Συντάγματος και της συμφωνημένης λύσης
 
Η λύση του κυπριακού, περιλαμβάνει κατ' ανάγκην μια διεθνή Συνθήκη και ένα νέο Σύνταγμα. Σε αντίθεση με εκείνο του 1960, που επιβλήθηκε στον κυπριακό λαό από ξένα κράτη, οι Κύπριοι πρέπει αυτήν την φορά να δημιουργήσουν το δικό τους Σύνταγμα. Για να εκφράζεται σ' αυτό η θέληση του λαού, πρέπει να είναι αποτέλεσμα ενδελεχούς κοινωνικού διαλόγου, να συνταχτεί από μια Συντακτική Εθνοσυνέλευση με ευρεία εκπροσώπηση από όλα τα στρώματα της κοινωνίας, και να επικυρωθεί με δημοψήφισμα. Από την άλλη, το κυπριακό δεν μπορεί να λυθεί μόνο από τους Ελληνοκυπρίους ή μόνο από τους Τουρκοκυπρίους. Η υφιστάμενη διαίρεση μπορεί να αρθεί, μόνο εφόσον οι δύο πλευρές συμφωνήσουν. Αυτό σημαίνει ότι η λύση και το νέο Σύνταγμα θα πρέπει να εγκριθεί και από τις δύο κοινότητες, σε χωριστά δημοψηφίσματα.
 
Αμέσως όμως τίθεται το ερώτημα, πως εξασφαλίζονται οι Τ/Κ, όντας μειοψηφία, από μια μεταγενέστερη, συνολική αναθεώρηση του Συντάγματος, η οποία θα αναιρέσει τη συμφωνηθείσα λύση. Οι Τ/Κ δεν εξασφαλίζονται από ένα σκληρό Σύνταγμα, που απαγορεύει τη συνολική του αναθεώρηση. Συχνά οι ισορροπίες δυνάμεων, η εξέλιξη των κοινωνιών και οι νέες αναγκαιότητες που δημιουργεί η ιστορία, καθιστούν την αναθεώρηση, εκ των πραγμάτων αναπόφευκτη. Γι' αυτό, εμείς προτείνουμε το Σύνταγμα να προβλέπει και να καθορίζει τη διαδικασία συνολικής του αναθεώρησης. Η διαδικασία θα περιλαμβάνει, ευρύ κοινωνικό διάλογο, Συντακτική Εθνοσυνέλευση και χωριστά δημοψηφίσματα. Φόβοι που εκφράζονται από τους Τ/Κ, όπως η πιθανότητα ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, ή οποιαδήποτε δυνατότητα της ελληνικής πλειοψηφίας να τους καταπιέσει, μπορούν να καθησυχαστούν, εντάσσοντας τις κατάλληλες πρόνοιες μέσα στα θεμελιώδη άρθρα.
 
Η συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών θα γίνει μέσω της υπογραφής μιας διεθνούς Συνθήκης, η οποία μάλιστα θα περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις αναθεώρησης του Συντάγματος, ούτως ώστε οποιαδήποτε μονομερής αναθεώρηση να καθίσταται άκυρη και παράνομη.
 
4.2. Κοινοτικές Συνελεύσεις περιορισμένης μορφής (αποφάσεις στο κοινοτικό επίπεδο)
 
Η διαίρεση που επέβαλαν στον κυπριακό λαό τα ξένα συμφέροντα και οι ντόπιοι, εκούσιοι ή ακούσιοι, υπηρέτες τους, μαζί με την προπαγάνδα, έχουν καλλιεργήσει ένα κλίμα καχυποψίας ανάμεσα στις δυο κοινότητες. Αυτό δεν είναι συνετό να το αγνοήσει κανείς. Έχουμε ήδη αναφερθεί στην ανάγκη λήψης μέτρων.
 
Παρόλο που τασσόμαστε ενάντια στην πολιτική ισότητα μεταξύ των δυο κοινοτήτων, ως θεμελιώδη αρχή, υπάρχουν εντούτοις ορισμένοι τομείς όπου πράγματι χρειάζεται. Ακόμα, χρειάζεται για ορισμένα ζητήματα που αφορούν την κάθε κοινότητα ξεχωριστά, να λαμβάνονται ξεχωριστές αποφάσεις. Για να μπορεί αυτό να επιτελείται, απαιτείται η θεσμοθέτηση των κατάλληλων οργάνων. Τα όργανα αυτά είναι οι Κοινοτικές Συνελεύσεις.
 
Οι αποφάσεις σε κοινοτικό επίπεδο θα περιορίζονται αυστηρά σε συγκεκριμένα θέματα που από τη φύση τους αυτό δικαιολογείται. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με δημοκρατικές διαδικασίες. Οι αντιπρόσωποι των κοινοτήτων είναι ανακλητοί. Για τα σημαντικά θέματα, διεξάγονται κοινοτικά δημοψηφίσματα.
 
Οι πολίτες που ανήκουν σε κάθε κοινότητα, αποφασίζουν ξεχωριστά για ζητήματα που αφορούν αποκλειστικά τη δική τους κοινότητα, όπως για παράδειγμα, ζητήματα γλώσσας, θρησκείας και κουλτούρας, καθώς και για ζητήματα εθνικών εορτών και εκδηλώσεων.
 
4.3. Σχολεία και εκπαίδευση
 
Το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να διαμορφώνει άτομα που να μπορούν να είναι ενεργοί και ενημερωμένοι πολίτες και να τους παρέχει κατάρτιση για τη συμμετοχή τους στην οικονομία. Επιπλέον όμως διαμορφώνει συνειδήσεις, νοοτροπίες και κοινωνικές σχέσεις, άρα ο ρόλος του είναι κομβικός για μια αρμονικά επανενωμένη Κύπρο και χρήζει προσεκτικού σχεδιασμού.
 
Τα σχολεία, όπου είναι δυνατόν, είναι μικτά και δίγλωσσα. Κάθε μαθητής διδάσκεται στη μητρική γλώσσα της κοινότητας στην οποία ανήκει. Κάθε μαθητής διδάσκεται ως δεύτερη γλώσσα, τη γλώσσα της άλλης κοινότητας. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί χωρίς να μιλάμε ο ένας τη γλώσσα του άλλου, δεν υπάρχει ουσιαστική επικοινωνία, και χωρίς επικοινωνία δεν υπάρχει επανένωση. Τα μαθήματα κοινού κορμού έχουν κοινή ύλη, η οποία αποδίδεται και στις δύο γλώσσες. Αυτό είναι σημαντικό για να υπάρχει κοινή παιδεία. Μαθήματα που αφορούν την ίδια τη γλώσσα, αναγκαστικά είναι ξεχωριστά.
 
Ιδιαίτερη αντιμετώπιση χρειάζεται η ιστορία, η οποία απαραιτήτως είναι μάθημα κοινού κορμού. Πριν να διδαχτεί, η ιστορία πρέπει να εξεταστεί προσεχτικά. Το κράτος επιχορηγεί την έρευνα από καταξιωμένους Κύπριους ιστορικούς. Η ιστορία γράφεται βάσει ιστορικών τεκμηρίων και αποδείξεων, και όχι με βάση πολιτικές ή εθνικιστικές σκοπιμότητες. Ωστόσο, η έγκριση της επίσημης ιστορίας, όπως αυτή διδάσκεται μέσα από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα όλων των βαθμίδων, γίνεται κατόπιν ξεχωριστής απόφασης ανάμεσα στους ειδικούς που προέρχονται και από τις δύο κοινότητες. Οι ιστορικοί εντέλλονται με την αποστολή να φανερώσουν γυμνή την ιστορική αλήθεια. Όλες οι παρεκτροπές, οι ακρότητες και οι συνωμοσίες του παρελθόντος, πρέπει να βγουν στην επιφάνεια. Μόνο μέσα από τη διαφάνεια και τη γνώση, μπορεί ο κυπριακός λαός να αφήσει πίσω του όλα τα λάθη του παρελθόντος. Χρειάζεται να τα ξέρει, για να μην τα επαναλάβει.
 
Τα θρησκευτικά δεν αποτελούν μάθημα κοινού κορμού. Δεν μπορούν να είναι υποχρεωτικά, επειδή είναι απαράδεχτο έστω και ένα παιδί να υφίσταται θρησκευτική κατήχηση διαφορετικής θρησκείας από τη δική του. Ανάμεσα στις δύο κοινότητες υπάρχουν πολίτες διαφορετικού θρησκεύματος, άθεοι και πρόσωπα που δεν ανήκουν σε οργανωμένη θρησκεία. Η διδασκαλία των θρησκευτικών πρέπει να γίνεται κατόπιν επιλογής των παιδιών και των γονιών τους, στη θρησκεία που οι ίδιοι επιλέγουν.
 
Οι μαθητές και των δύο κοινοτήτων, βρίσκονται στους ίδιους χώρους τα διαλείμματα, συμμετέχουν σε κοινές εκδρομές και κοινές σχολικές δραστηριότητες.
 
4.4. Το θέμα της επιρροής / επεμβατικότητας της Τουρκίας
 
Μια αποδεκτή λύση πρέπει να αποτρέπει την επεμβατικότητα και γεωπολιτική επιρροή της Τουρκίας στην Κύπρο. Αυτό πρέπει να είναι κόκκινη γραμμή για τον κυπριακό λαό. Ορισμένα μέτρα που εισηγούμαστε είναι τα εξής: α) Η διεθνής συνθήκη που αναφέραμε στο 4.1. αφαιρεί τη νομιμότητα μονομερούς ανατροπής της λύσης, στερώντας έτσι από την Τουρκία τις προφάσεις για να προβάλει αξιώσεις προς όφελος δήθεν των Τ/Κ, β) Αποκλείονται εγγυήσεις από άλλες χώρες ή συμμαχίες, γ) Ύπαρξη κυπριακών ενόπλων δυνάμεων με ουσιαστική δύναμη αποτροπής, δ) Διεθνείς συμμαχίες σε θέματα ασφάλειας που να ενισχύουν τη δύναμη αποτροπής των ενόπλων δυνάμεων, ε) Έλεγχος των εποίκων και αλλοδαπών που με τη λύση θα πολιτογραφηθούν ως Κύπριοι με σκοπό το φιλτράρισμα εκείνων με ουσιαστική συμβολή στην εισβολή και κατοχή, ειδικά ατόμων που σχετίζονται με τον στρατό, μυστικές υπηρεσίες, παραστρατιωτικές οργανώσεις και την πολιτική εξουσία της Τουρκίας, και οποιονδήποτε αποτελεί απειλή για την ασφάλεια της χώρας, και στ) Για πολιτογράφηση εποίκων με τη λύση να απαιτείται από αυτούς τόσο η υπογραφή δεσμευτικού εγγράφου που απορρίπτει τις αξιώσεις άλλων χωρών στην Κύπρο, όσο και η αποκήρυξη της υπηκοότητας τους σε άλλες χώρες.
 
4.5. Οικονομία
 
Το οικονομικό κόστος της λύσης θα είναι μεγάλο και πρέπει να αποφύγουμε την παγίδα να καλυφθεί με νέα δυσβάσταχτα χρέη είτε προς τις αγορές είτε προς οργανισμούς όπως η Ε.Ε. που συνεπάγεται και μνημόνια, η Παγκόσμια Τράπεζα κ.λπ. που προϋποθέτουν νέα μέτρα και δεσμεύσεις. Αυτό – μαζί με το υπάρχον χρέος δημόσιο και ιδιωτικό – θα οδηγούσε σε ξεπούλημα δημοσίων πόρων / υποδομών και υπερ-φορολόγηση των πολιτών, δηλαδή οικονομική καταστροφή. Η χρηματοδότηση δύναται να γίνει από αμοιβαία επωφελείς συμφωνίες με τρίτα μέρη (χωρίς υπερβολική εξάρτηση από το καθένα) και από την ίδια την ανάπτυξη της οικονομίας. Σε καμία περίπτωση το νέο κράτος δεν πρέπει να αναλάβει τα χρέη τραπεζών και θυγατρικών εταιρειών της Τουρκίας στα κατεχόμενα, ούτε να δεχθεί τη λογική της Τουρκίας να την αποζημιώσουμε για υποδομές που παράνομα ανέπτυξε ή βελτίωσε.
 
Θα χρειαστεί μια μακροπρόθεσμη πολιτική με εκτενή και προσεκτικό σχεδιασμό για μια ομαλή μετάβαση σε μια ενιαία οικονομία στην οποία το βιοτικό επίπεδο του λαού θα διατηρηθεί και θα βελτιωθεί. Τομείς στους οποίους προκύπτουν μείζονα ζητήματα είναι: οι υποδομές, παιδεία, κοινωνική σύγκλιση, εργασιακά, θεσμική και λειτουργική εναρμόνιση κ.ά. Μια τέτοια πολιτική θα πρέπει να καταπιάνεται και με τα άλλα μεγάλα προβλήματα της κυπριακής οικονομίας (δηλ. είναι παρασιτικού τύπου, εύθραυστη, υποτελής σε τρίτους, χωρίς στρατηγική, με μεγάλη διαφθορά και με κοινωνική ανέχεια και ανισότητες). Αναφέρουμε περισσότερα στις Καταστατικές Θέσεις[4] μας, και συν τω χρόνω θα προβούμε σε εκτενέστερη ανάλυση.
 
Το ενιαίο κράτος θα έχει σημαντικές εξοικονομήσεις στο δημόσιο τομέα γλυτώνοντας από τα έξοδα των πολλαπλών διοικήσεων. Επωφελείται από τις οικονομίες κλίμακας και τον καλύτερο σχεδιασμό μιας ενιαίας οικονομίας. Αποφεύγει τη δυσλειτουργικότητα, τα κοινωνικά προβλήματα και εθνοτικές εντάσεις που προκύπτουν από δύο ημι-ανεξάρτητες, ανταγωνιστικές οικονομίες μιας Ομοσπονδίας.
 
4.6. Έποικοι / Περιουσιακό
 
Ο εποικισμός αποτελεί βασικό πυλώνα της στρατηγικής της Τουρκίας για τον έλεγχο της Κύπρου. Είναι έγκλημα πολέμου με βάση το διεθνές δίκαιο. Για να είναι βιώσιμο το κράτος μετά τη λύση (από πλευράς ασφάλειας, λειτουργικότητας, οικονομίας) πρέπει οι έποικοι που θα παραμείνουν να είναι σημαντικά λιγότεροι από τους Τ/Κ, και να πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια και διαδικασίες. Για το θέμα των εποίκων έχουμε εκτενείς αναλυτικές θέσεις στον ιστότοπό μας[5].
 
Στο περιουσιακό είμαστε αντίθετοι με το δικαίωμα του χρήστη, αφού το δικαίωμα του ιδιοκτήτη είναι κατοχυρωμένο από το διεθνές δίκαιο και το χάρτη ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Είμαστε αντίθετοι σε περιορισμούς εγκατάστασης, αφού αυτοί απορρέουν από το πνεύμα διαχωρισμού του λαού.
 
4.7. Ασφάλεια / Άμυνα / Εξωτερική Πολιτική
 
Μια ανεξάρτητη χώρα, ειδικά στη γεωγραφική περιοχή που βρίσκεται η Κύπρος και σε μια εποχή μεγάλων και ραγδαίων γεωπολιτικών αλλαγών και αστάθειας, επιβάλλεται να έχει επαρκείς δυνάμεις Άμυνας και αποτροπής. Οι διεθνείς συμμαχίες πρέπει να είναι βοηθητικές, χωρίς όμως να είμαστε υπό εξάρτηση, και κατηγορηματικά αποκλείονται εγγυήτριες δυνάμεις. Ο Στρατός και οι Δυνάμεις Ασφαλείας πρέπει να έχουν μία και ξεκάθαρη αποστολή: την προστασία της ακεραιότητας και κυριαρχίας της χώρας και του λαού της. Δεν πρέπει να είναι βραχίονας ξένων συμφερόντων, είτε της Δύσης είτε άλλων. Η σύσταση τους, εξοπλισμοί / υποδομές, καθώς και οι συμμαχίες και συνθήκες που θα συμμετέχει η Κύπρος πρέπει να προκύπτουν με γνώμονα αυτή την αποστολή.
 
Όσον αφορά στο αίσθημα ασφάλειας μεταξύ των κοινοτήτων, αυτό εξασφαλίζεται με κοινή συμμετοχή Ε/Κ και Τ/Κ στο στρατό και υπηρεσίες ασφαλείας, με μικτές μονάδες σε όσο πιο χαμηλά κλιμάκια είναι εφικτό. Θα μπορούσαν να υπάρχουν δυνάμεις του ΟΗΕ ως παρατηρητές σε όλο το νησί.
 
Η εξωτερική πολιτική πρέπει να έχει στόχο την ασφάλεια της χώρας και του λαού της και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της μάζας του λαού, πάντα μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και του Διεθνούς Δικαίου. Πρέπει να είναι πολυσχιδής για να αποφεύγεται η εξάρτηση και να έχουμε καλύτερη διαπραγματευτική δύναμη πάντα με κριτήρια τις αξίες που θα πρεσβεύει το νέο Σύνταγμα μας και μέσα στα νομικά πλαίσια του Διεθνούς δικαίου, π.χ. να έχουμε συνεργασία και να δίνουμε διευκολύνσεις σε στρατιωτικές επιχειρήσεις μόνο αν έχουν την έγκριση του ΟΗΕ.
 
5. Προϋποθέσεις για να φτάσουμε στη λύση
 
Το κυπριακό πρόβλημα έχει δύο συνιστώσες: το διχασμό του κυπριακού λαού και την τουρκική κατοχή. Για να αναιρέσουμε το διχασμό, χρειάζεται να γίνουν ζυμώσεις και διεργασίες μέσα στο λαό, που θα μας ενώσουν και θα μας μονιάσουν. Αυτό μπορεί να αρχίσει με τον διάλογο ανάμεσα στις δύο κοινότητες και έπειτα, να συνεχιστεί μέσω του κοινού αγώνα για ελευθερία και δημοκρατία. Η συντροφικότητα στον αγώνα, μαζί με την αίσθηση των κοινών συμφερόντων και της κοινής πατρίδας, θα αποκαταστήσουν σταδιακά την εμπιστοσύνη.
 
Ωστόσο, για να μπορεί να πραγματοποιηθεί ο διάλογος ανάμεσα στις δύο κοινότητες, χρειάζεται να υπάρχουν δημοκρατικές διαδικασίες για να αναδεικνύεται η λαϊκή θέληση. Αυτό περιλαμβάνει και την εκλογή νόμιμων αντιπροσώπων. Στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, λόγω της τουρκικής κατοχής, αυτό δεν συμβαίνει. Η κυπριακή κυβέρνηση δεν συνομιλεί με τους αντιπροσώπους των Τ/Κ, αλλά του παράνομου καθεστώτος και ως εκ τούτου, της Τουρκίας. Οι λεγόμενοι αντιπρόσωποι ψηφίζονται κυρίως από έποικους, που αποτελούν την πλειοψηφία. Η κυπριακή κυβέρνηση οφείλει, πρώτον, να σταματήσει να συνομιλεί με τους εντεταλμένους της Τουρκίας και δεύτερον, να εξασφαλίσει στους Τ/Κ, νόμιμες εκλογές, οι οποίες θα πραγματοποιηθούν στις ελεύθερες περιοχές, ώστε να αναδείξουν τους πραγματικούς τους αντιπροσώπους. Με αυτούς πρέπει να γίνεται ο διάλογος.
 
Την κατοχή μπορούμε να την ανατρέψουμε, αν, ενωμένοι, στερήσουμε κάθε νομιμοποίηση της Τουρκίας στην περιοχή και συγκροτηθούμε ως κυρίαρχος κυπριακός λαός. Τα τουρκικά στρατεύματα που εδράζονται στην Κύπρο, δεν εξασφαλίζουν πλήρως τον έλεγχο του νησιού από την Τουρκία, χωρίς η Τουρκία να έχει την – έστω και με διαμαρτυρίες – συναίνεση των Τ/Κ.
 
Θα χρειαστούν βέβαια και οι κατάλληλες διεθνείς συμμαχίες. Για να μπορούν όμως να πραγματοποιηθούν, χρειάζεται η Κύπρος να ανακτήσει την εθνική της κυριαρχία. Αυτό προϋποθέτει την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή άλλες δεσμεύσεις που εμποδίζουν την εφαρμογή μιας ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής, η οποία να εξυπηρετεί τα δικά μας συμφέροντα, αντί εκείνα των ξένων δυνάμεων.
 
6. Επίλογος
 
Ο σκοπός μας είναι να δώσουμε ώθηση για την απελευθέρωση του δημόσιου διαλόγου για το Κυπριακό από τα στενά πλαίσια στα οποία τον έχουν εγκλωβίσει οι παρωχημένες αντιλήψεις, τα ντόπια και ξένα συμφέροντα και τα λάθη του παρελθόντος. Το κείμενο αυτό είναι η δική μας συνεισφορά για να γίνει μια αρχή. Θέλουμε να ακούσουμε και άλλες ιδέες, παρατηρήσεις και κριτικές. Παρακινούμε τον κάθε Κύπριο να συμμετέχει σε αυτή τη διαδικασία για εμπλουτισμό της ανάλυσης και της ανάπτυξης των ιδεών, προσδοκώντας τελικά στη δημιουργία ενός πραγματικά παλλαϊκού κινήματος.
 
Αναφορές
[1] Οι απόρρητες εκθέσεις Νιχάτ Ερίμ. Η γένεση της τουρκικής υψηλής στρατηγικής στο Κυπριακό. Επιμ. Χρ.Ιακώβου (2017)
[2] Αχμέτ Νταβούτογλου, «Το στρατηγικό βάθος – Η διεθνής θέση της Τουρκίας», εκδ. Ποιότητα, μτφ. Νικόλαος Ραπτόπουλος, επιστ. Επιμ. Νεοκλής Σαρρής. 9η εκδ. ISBN 978-960-7803-57-3.
[3] Αυτές είναι οι εξής: ελευθερία διακίνησης προσώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων.
[4] http://kinimaamesodimokratias.blogspot.com.cy/2018/02/ Καταστατικές Θέσεις [Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018]
[5] http://kinimaamesodimokratias.blogspot.com.cy/2017/10/ Αναλυτικές θέσεις: Έποικοι [Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017]

Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017

Αναλυτικές θέσεις: Έποικοι



1. Ποιοι είναι οι έποικοι


Πριν εκθέσουμε τις εισηγήσεις μας για το πως να διαχειριστούμε ως λαός το ζήτημα των εποίκων, χρειάζεται να εξηγήσουμε τι εννοούμε με τον όρο έποικος – όσον αφορά πάντοτε τον εποικισμό της Κύπρου. Η πλειοψηφία των μελών του ΚΙΝΑΜΕ διαφοροποιείται από το καθιερωμένο περιεχόμενο της λέξης, ως προς το ότι, για μας, τα παιδιά μικτών γάμων δεν συγκαταλέγονται μέσα στους έποικους, αλλά μέσα στους Κύπριους. Υπάρχουν ηθικοί λόγοι, νομικοί λόγοι (βάσει των διατάξεων του Συντάγματος και τις διεθνείς Συνθήκες που υπέγραψε η Κυπριακή Δημοκρατία), αλλά και λόγοι που αφορούν την ασφάλεια και το δημόσιο συμφέρον. Ωστόσο, η αναλυτική μας εισήγηση πάνω σε αυτό το ζήτημα βρίσκεται υπό επεξεργασία. Ο ορισμός στον οποίο έχουμε καταλήξει είναι ο ακόλουθος: 

  •  «Έποικος είναι: α) Κάθε αλλοδαπός που εγκαταστάθηκε και ζει μόνιμα στο κατεχόμενο από την Τουρκία τμήμα του νησιού, χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη άδεια από την Κυπριακή Δημοκρατία. β) Έποικος είναι επίσης κάθε πρόσωπο, του οποίου οποιοσδήποτε από τους γονείς του είναι έποικος, άλλα κανένας από τους γονείς του δεν είναι Κύπριος πολίτης, ανεξαρτήτως του αν ο ίδιος έχει γεννηθεί στην Κύπρο ή αλλού, εφόσον αυτός παραμένει εγκατεστημένος στο κατεχόμενο έδαφος της Κυπριακής δημοκρατίας». 

 Η άποψη του μέλους που διαφωνεί έχει ως εξής: 

  • «Τα παιδιά Τουρκοκυπρίων με έποικους, που γεννήθηκαν στα κατεχόμενα, με την λύση του κυπριακού δικαιούνται για ανθρωπιστικούς λόγους και μόνον να παραμείνουν ως αυτόχθονες κάτοικοι στην Κύπρο. Σε καμιά περίπτωση το δικαίωμα παραμονής τους δεν πρέπει να συνδεθεί με το διεθνές δίκαιο ή το Κυπριακό σύνταγμα». 

 2. Γιατί η Τουρκία εποίκισε την Κύπρο 


Ο εποικισμός είναι ένα έγκλημα που διαπράττεται από μια κατοχική δύναμη, με σκοπό να τσιμεντώσει την κυριαρχία της πάνω στην κατεχόμενη χώρα. Μετατοπίζοντας ένα μέρος του πληθυσμού της στην υπό κατοχή χώρα, η κατοχική δύναμη ελπίζει ότι, με το πέρασμα του χρόνου, η παρουσία τους εκεί θα νομιμοποιηθεί. Όταν αυτό συμβεί, η κατοχική δύναμη επικαλείται τον πληθυσμό εκείνο για να δικαιολογήσει αξιώσεις πάνω στη χώρα – θύμα. Ακόμα και αν η κατοχή δεν νομιμοποιηθεί από την διεθνή κοινότητα, η κατοχική δύναμη ελπίζει πως, οποιαδήποτε συμφωνία θα είναι αναγκασμένη να λάβει υπόψιν της τον πληθυσμό εκείνο. Στη συνέχεια και ανάλογα με τον βαθμό της επιρροής της πάνω στον ομογενή της πληθυσμό, η κατοχική δύναμη μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις και την πολιτική του κράτους, ακόμα και αν η κατοχή έχει τυπικά λήξει. Ο εποικισμός απαγορεύεται από το άρθρο 49 της Συνθήκης της Γενεύης [1], και καταδικάζεται ως έγκλημα πολέμου, βάσει του πρωτοκόλλου 1 της ίδιας Συνθήκης [2]. 

Ο εποικισμός της Κύπρου σχεδιάστηκε το 1956, δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια πριν από την τουρκική εισβολή, με σκοπό να ανατρέψει την ελληνική πλειοψηφία στο νησί, να δώσει στην Τουρκία πλήρη κυριαρχία πάνω στη μισή επικράτεια της Δημοκρατίας, και πλήρη έλεγχο όσον αφορά την ασφάλεια ολόκληρης της Κύπρου. Για όποιον το ακούει για πρώτη φορά, αυτό μπορεί να ηχεί σαν θεωρεία συνωμοσίας. Με την διαφορά ότι αυτή η συνωμοσία είναι πραγματικότητα. 

 Ο τότε πρωθυπουργός της Τουρκίας Ατνάν Μεντερέζ, είχε αναθέσει στον συνταγματολόγο Νιχάτ Ερίμ, να μελετήσει της δυνατότητες της τουρκικής πολιτικής σε σχέση με την Κύπρο, δίνοντάς του ορισμένες αρχικές κατευθύνσεις. Ο Ερίμ έπρεπε να εντοπίσει το καλύτερο πραγματοποιήσιμο σχέδιο με βάση τον συσχετισμό δυνάμεων της εποχής εκείνης. Στα τέλη του 1956 (24 Νοεμβρίου και 22 Δεκεμβρίου), ο Ερίμ παρέδωσε στον πρωθυπουργό Μεντερές δύο εκθέσεις. Αυτές αποτέλεσαν το βασικό στρατηγικό σχέδιο βάσει του οποίου υλοποιήθηκε η τουρκική πολιτική επί του κυπριακού. Οι βασικοί πυλώνες των εκθέσεων ήταν [3]: 

  1. Οι Τουρκικές διεκδικήσεις επί της Κύπρου δεν θα πρέπει να στηρίζονται σε νομικά επιχειρήματα αλλά σε πολιτικούς λόγους. Όμως, προκειμένου να μη δημιουργείται πρόβλημα στις σχέσεις Βρετανίας – Τουρκίας – Ελλάδας, αν παραχωρηθεί αυτοδιοίκηση στο νησί, η καλύτερη λύση είναι η μέση λύση, δηλαδή αυτή της διχοτόμησης. 
  2. Θα πρέπει η Τουρκία να επιμένει διεθνώς ότι στην Κύπρο υπάρχουν δύο διαφορετικές κοινότητες, η κάθε μια από τις οποίες έχει το δικαίωμα της ξεχωριστής αυτοδιάθεσης. Το μέλλον των δύο ξεχωριστών λαών, είτε ανεξαρτησία είτε ένωση με την μητέρα-πατρίδα είτε συνέχιση της Βρετανικής κυριαρχίας, θα πρέπει να αποφασισθεί κατόπιν δημοψηφίσματος ξεχωριστά σε κάθε μια εκ των δύο. 
  3. Η αρχή της αυτοδιάθεσης θα πρέπει εφαρμοσθεί αφού πρώτα μετακινηθεί ο Ελληνικός πληθυσμός, έτσι ώστε να υπάγεται στη διοίκηση της αρεσκείας του. Τέτοια μετακίνηση δεν θα συνιστά αδικαιολόγητη ταλαιπωρία αλλά θα βοηθήσει να μην καταπατηθούν τα δικαιώματα της Τουρκικής κοινότητας που σήμερα είναι μειοψηφική, επιπλέον θα ικανοποιηθεί η ασφάλεια της Τουρκίας και θα αποφευχθεί μια μελλοντική ελληνοτουρκική κρίση.
  4. Η Τουρκία θα πρέπει να προσδιορίσει την προσφορότερη γι’ αυτήν μορφή διχοτόμησης λαμβάνοντας υπ’ όψη τα οικονομικά και στρατιωτικά της συμφέροντα καθώς και τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων. Στην ασφάλεια της περιοχής που θα παραχωρηθεί στους Ρωμιούς της νήσου θα πρέπει να συμμετέχει αναγκαστικά και η Τουρκία γιατί το θέμα σχετίζεται με την ασφάλεια της καθώς και την πολιτική της στη Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα δεν μπορεί να ζητήσει το ίδιο δικαίωμα για την Τουρκική περιοχή διότι το νησί απέχει από την Τουρκία 45 ν.μ. ενώ από την Ελλάδα 600 ν.μ. 
  5. Θα πρέπει να επιδιωχθεί η ελεύθερη μετάβαση Τούρκων προς την Κύπρο. Αφού η Τουρκία λάβει τα μέτρα της, το σύνολο του Τουρκικού πληθυσμού μπορεί να αυξηθεί στον αριθμό που ανερχόταν επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τότε μόνο δεν θα ανησυχεί για την έκβαση του δημοψηφίσματος που θα γίνει είτε για τον καθορισμό του συνόλου της νήσου είτε της διχοτόμησης. 

 Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Ερίμ κρίθηκε ως ο κατάλληλος άνθρωπος για να αντιπροσωπεύσει την Τουρκία στις σημαντικότερες διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό. Ο σχεδιαστής της τουρκικής πολιτικής, αναλάμβανε έτσι και την ευθύνη της προώθησής της σε διπλωματικό επίπεδο. Όπως αναφέρει ο διευθυντής του ΚΥ.ΚΕ.Μ, Χρήστος Ιακώβου, «Ο Νιχάτ Ερίμ επεσκέφθη την Κύπρο κατά την διάρκεια του αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α., έλαβε μέρος σε διάφορες συνομιλίες σχετικές με το Κυπριακό Ζήτημα και το 1959 ήταν μέλος την τουρκικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα στη Ζυρίχη και κατέληξαν στις γνωστές συμφωνίες. Μεταξύ των ετών 1959 και 1960 ήταν επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπίας για την σύνταξη και επεξεργασία του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Ερίμ υπηρέτησε και στην έδρα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ως επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας. Εκεί υπερασπίσθηκε τις θέσεις της Τουρκίας σχετικά με το Κυπριακό. Ανέλαβε πρωθυπουργός της Τουρκίας μετά το πραξικόπημα του 1971 [4]». 

Η πρωθυπουργία του Ερίμ τερματίσθηκε το 1980, με την δολοφονία του από την ακροαριστερή οργάνωση Dev-Sol (μετέπειτα DHKP-C), καθώς η διακυβέρνησή του ήταν απολυταρχική, με φυλακίσεις και βασανισμούς αντιφρονούντων. Η πολιτική που χάραξε όμως για την Κύπρο, υιοθετήθηκε από όλες τις τουρκικές κυβερνήσεις, από τότε μέχρι σήμερα. 

Ο πέμπτος πυλώνας των εκθέσεων προαναγγέλλει τον εποικισμό των κατεχομένων ήδη από το 1956. Ο τέταρτος πυλώνας, θέτει τα κριτήρια για την επιλογή της λύσης που συμφέρει περισσότερο την Τουρκία: μια μορφή διχοτόμησης, που της επιτρέπει να ελέγχει στρατιωτικά ολόκληρη την Κύπρο. Γιατί στην ασφάλεια της περιοχής, «που θα παραχωρηθεί στους Ρωμιούς της νήσου», θα συμμετέχει μόνον η Τουρκία, αρνούμενη το αντίστοιχο δικαίωμα στην Ελλάδα. Το ποιος θα έχει το πάνω χέρι σε μια τέτοια περίπτωση, είναι φανερό. Η καλύτερη μορφή διχοτόμησης που εξασφαλίζει αυτή την δυνατότητα στην Τουρκία, κρίθηκε στα επόμενα χρόνια ότι ήταν η συνομοσπονδία, ή μια μορφή ομοσπονδίας, πολωμένη προς την κατεύθυνση της συνομοσπονδίας. Αλλά αυτό πρέπει να γίνει αντικείμενο ενός άλλου κειμένου. 

Από την αρχή ακόμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η αξιοποίηση πληθυσμιακών ομάδων συγγενικών εθνολογικά προς την Τουρκιά, αλλά και του μουσουλμανικού πληθυσμού, υπήρξε ζωτικής σημασίας για την τουρκική πολιτική [5]. Στη συνέχεια, οι πρακτικές αυτές απέκτησαν ιδεολογικό χαρακτήρα, παίρνοντας τις μορφές του παντουρκισμού και του πανισλαμισμού. Σήμερα, η αξιοποίηση τέτοιων εθνοτικών και θρησκευτικών ομάδων, μελετάται από την συνιστώσα της γεωπολιτικής, που ορισμένες φορές αναφέρεται με τον όρο «γεωπολιτισμός». Ο καθηγητής πολιτικών επιστημών Αχμέτ Νταβούτογλου, μετέπειτα υπουργός εξωτερικών και στη συνέχεια πρωθυπουργός της Τουρκίας, στο βιβλίο του «Το στρατηγικό βάθος», αναλύει διεξοδικά την έννοια του γεωπολιτισμού, αρχίζοντας από τις βασικές έννοιες και τα μεθοδολογικά εργαλεία: 

 «Ο πολιτισμός αποτελείται από ψυχολογικά, κοινωνιολογικά, πολιτικά και οικονομικά στοιχεία, τα οποία εδράζονται επί ενός κόσμου αξιών που παράγονται από ένα συγκεκριμένο ανθρώπινο στοιχείο (πληθυσμός) σε έναν συγκεκριμένο χώρο (γεωγραφία) και σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα (ιστορία) με την ταυτότητα που κατέχει και την αίσθηση του ανήκειν. Έτσι νοούμενος ο πολιτισμός αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο που συνδέει τα σταθερά δεδομένα της ισχύος στα δυναμικά δεδομένα. Το στοιχείο αυτό εξασφαλίζει, από την μια, την εκδήλωση των σταθερών δεδομένων στο πλαίσιο της τρέχουσας διαδικασίας, ενώ παίζει, από την άλλη, τον ρόλο του βασικού κινήτρου που κινεί τα δυναμικά δεδομένα [6]». 

 Όπως εξηγεί ο Νταβούτογλου, σταθερά δεδομένα, είναι «στοιχεία που οι χώρες μέσα στο ισχύον πλαίσιο δεν μπορούν να τα αλλάξουν στο άμεσο και έμμεσο μέλλον», και αποτελούν παραμέτρους της «εξίσωσης της ισχύος [7]». Αυτά είναι η γεωγραφία, η ιστορία, ο πληθυσμός και πολιτισμός. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, αν και τα ίδια τα στοιχεία αυτά δεν αλλάζουν, η βαρύτητά τους στην ισορροπία δυνάμεων των χωρών, αλλάζει συνεχώς:

 «... παρατηρούμε ότι οι αλλαγές που σημειώνονται στις διεθνείς συγκυρίες έχουν ως συνέπεια να μετατραπεί το ειδικό βάρος που κατέχουν τα σταθερά δεδομένα στις ισορροπίες δυνάμεων των χωρών. § Οι χώρες που επανεξετάζουν αυτή την αλλαγή στην κατάλληλη χρονική στιγμή και με συνεπή τρόπο μετατρέπουν αυτά τα σταθερά δεδομένα σε πλαίσιο πάνω στο οποίο θα αναπτυχθεί μια δυναμική εξωτερική πολιτική [8]». 

 Ακόμη και μεγάλες και ισχυρές χώρες, είναι αναγκασμένες να λάβουν σοβαρά υπόψη τις δυνατότητες που παρέχει το πληθυσμιακό στοιχείο στην εξωτερική πολιτική άλλων χωρών. Ο Νταβούτογλου αναφέρεται σε συγκεκριμένα παραδείγματα: 

 «Επειδή η νέα και δυναμική δομή του πληθυσμού της Τουρκίας είναι μια σημαντική παράμετρος ισχύος, αποτελεί ένα στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη κυρίως στις σχέσεις τις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το πληθυσμιακό στοιχείο το οποίο έγινε αντιληπτό ως το σημαντικότερο στρατιωτικό / δημογραφικό εμπόδιο στην κάθοδο των Ρώσων στη Μεσόγειο κατά τον Ψυχρό πόλεμο θεωρήθηκε ως ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά / δημογραφικά στοιχεία που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις πληθυσμιακές μετακινήσεις εντός της Ευρώπης στη μεταψυχροπολεμική περίοδο. Η στάση που υιοθέτησαν οι ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες έχουν γίνει μάρτυρες, με σημαντικότερη την Γερμανία, των μεταναστευτικών κυμάτων από την Τουρκία, στο θέμα του δικαιώματος της ελεύθερης μετακίνησης, η οποία είναι η φυσική προέκταση της ευρωπαϊκής ενταξιακής διαδικασίας, είναι αποτέλεσμα της θέσης που κατέχει το πληθυσμιακό στοιχείο ανάμεσα στις παραμέτρους ισχύος [9]». 

 Ο Νταβούτογλου αναφέρεται στις ανησυχίες των Ευρωπαίων, και ειδικά των Γερμανών, σε σχέση με την απελευθέρωση του περιορισμού της μετακίνησης πληθυσμών από την Τουρκία, λόγω της πληθυσμιακής διαφοράς ισχύος που μπορεί να προκύψει. Αλλά αν ένα μεγάλο κράτος το φοβάται αυτό, πόσο μάλλον ένα μικρό κράτος σαν την Κύπρο. Το ζήτημα του γεωπολιτιστικής σημασίας των εποίκων για την Τουρκία θα έπρεπε να κατέχει σημαντική θέση στις συζητήσεις μας για το κυπριακό. Τα θέματα εθνικισμού και μισαλλοδοξίας, έχουν την θέση τους όταν πρόκειται για τις σχέσεις των δύο κοινοτήτων. Όμως, δεν έχουν όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, εσωτερική προέλευση και αιτία. Η εισβολή και κατοχή, και βεβαίως, ο εποικισμός, έγιναν για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της Τουρκίας και όχι των Τουρκοκυπρίων. Χρειάζεται να βλέπουμε και έξω από την δική μας κοινωνία, ή τους μικρόκοσμους που φτιάχνουμε μέσα σ' αυτήν. 

 Αφού λοιπόν παρουσιάσει τις βασικές αρχές της θεωρίας, ο Νταβούτογλου περνά στην πραγμάτευση της εφαρμογής της: του πως πρέπει να χρησιμοποιηθούν οι διάφοροι πληθυσμοί πέραν των τουρκικών συνόρων, στην κατεύθυνση των επεκτατικών σχεδιασμών της Άγκυρας: 

 «Πρωτίστως, στις δυο χώρες (Βοσνία και Αλβανία), όπου οι μουσουλμάνοι είναι πλειονότητα και θεωρούνται φυσικοί σύμμαχοι της Τουρκιάς, εμφανίστηκε η βούληση να μετατραπεί αυτή η κοινή ιστορική συσσώρευση σε μια συμμαχία. Οι τουρκικές και μουσουλμανικές μειονότητες που διαβιούν στη Βουλγαρία, στην Ελλάδα, στη Μακεδονία, στο Σαντζάκ (επαρχία της Σερβίας), στο Κόσοβο και στη Ρουμανία αποτελούν σημαντικά στοιχεία της βαλκανικής πολιτικής της Τουρκίας. 

Οι δύο σημαντικότεροι βραχυπρόθεσμοι και μεσοπρόθεσμοι στόχοι της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας στα Βαλκάνια, είναι η ισχυροποίηση της Βοσνίας και της Αλβανίας μέσα σε ένα πλαίσιο σταθερότητας και η δημιουργία ενός διεθνούς νομικού πλαισίου που θα θέσει υπό την προστασία του τις εθνικές μειονότητες της περιοχής. Στο νομικό αυτό πλαίσιο η Τουρκία πρέπει να επιδιώκει συνεχώς την εξασφάλιση εγγυήσεων που θα της παρέχουν το δικαίωμα παρέμβασης στα ζητήματα που αφορούν τις μουσουλμανικές μειονότητες των βαλκανίων. Η νομιμότητα της επέμβασης της Κύπρου, που αποτελεί ένα εντυπωσιακό παράδειγμα στη σύγχρονη εποχή, κατέστη δυνατή εντός ενός τέτοιου είδους νομικού πλαισίου [10]».

 Η διατήρηση και η ενίσχυση των πληθυσμών που μπορούν να αξιοποιηθούν από την Τουρκία ώστε να αυξήσει την κυριαρχία της πάνω σε τρίτες χώρες, κατέχει κεντρική θέση στην πολιτική που εισηγείται ο Νταβούτογλου: 

«Κάθε τέμενος που γκρεμίζεται στα Βαλκάνια, κάθε ισλαμικός θεσμός που εκλείπει, κάθε εθιμικό στοιχείο που εξαφανίζεται από πολιτισμική άποψη αποτελούν και ένα θεμέλιο λίθο ο οποίος αφαιρείται από την επιρροή που μπορεί να ασκήσει η Τουρκία σε αυτή την περιοχή πέραν των συνόρων της [11]». 

 Ο Νταβούτογλου συμπεριελήφθη στη λίστα που εξέδωσε το περιοδικό «Time» για τα «Πρόσωπα με τη Μεγαλύτερη Επιρροή Παγκοσμίως» για το έτος 2012 [12]. Η στρατηγική και πολιτική σκέψη του, αποδείχτηκε παρόλα αυτά μετριοπαθής μπροστά στην αχαλίνωτη φιλοδοξία του Ταγίπ Ερντογάν. Έτσι, ο Ερντογάν, από την θεσμικά υποδεέστερη θέση του προέδρου της χώρας, αντικατέστησε τον Νταβούτογλου με έναν πιο πειθήνιο πρωθυπουργό.

 Εκτός από την αμφισβήτηση της συνθήκης της Λωζάνης και την διεκδίκηση ελληνικών νησιών, ο Ερντογάν διέταξε πρόσφατα την πολιτογράφηση νέων εποίκων από το ψευδοκράτος. Αμέσως μετά, διακήρυξε σε διάφορες ευκαιρίες μια νέα παντουρκιστική κατεύθυνση στην τουρκική πολιτική. Σε μια περίπτωση, στις 25 Οκτωβρίου του 2016, κατά την τελετή έναρξης του ακαδημαϊκού έτους στο πανεπιστήμιο «Tayyip Erdoğan» του Ρίζε, ιδιαίτερης πατρίδας του Τούρκου προέδρου, ο ίδιος δήλωσε τα εξής: 

« Οτιδήποτε συμβαίνει στην περιοχή, έχει άμεση σχέση με την Τουρκία. Γυρίσαμε ποτέ στο παρελθόν την πλάτη μας, όταν αντιμετώπισαν δυσκολίες οι ομοεθνείς μας στη Βουλγαρία, στην Ελλάδα, στα Σκόπια, τα αδέλφια μας στη Βοσνία, στην Αλβανία και στο Κόσοβο; Είπαμε ποτέ πως οι υποθέσεις αυτές είναι εσωτερικές; Μπορούμε να γυρίσουμε την πλάτη μας; Όπως έχω αναφέρει, άλλα είναι τα φυσικά μας σύνορα και εντελώς διαφορετικά είναι τα σύνορα της καρδιάς μας. Τα αδέρφια μας, που βρίσκονται από την Ευρώπη μέχρι και την Αφρική, από την Μεσόγειο μέχρι και τις ατελείωτες στέπες της κεντρικής Ασίας, βρίσκονται μέσα στα σύνορα της καρδιάς μας. Για μας τα Βαλκάνια είναι το ένα μέρος της καρδιάς μας και ο Καύκασος το άλλο μέρος. Η έχθρα προς τους ξένους στην Ευρώπη αυξάνεται κι εμείς είμαστε οι πρώτοι που αντιδρούμε. Γιατί; Διότι εκεί ζουν 5 εκατομμύρια πολίτες μας που έχουν τις ρίζες τους στην Τουρκία. Επιπλέον πρέπει να προσθέσουμε και τα αδέρφια μας από το Τουρκιστάν, το Αφγανιστάν και την Κεντρική Ασία, που εγκαταστάθηκαν στην Ευρώπη. Είναι ηθική μας υποχρέωση να υπερασπιστούμε τα δικαιώματά τους και να βρούμε λύσεις στα προβλήματά τους [13]». 

Την ίδια στιγμή που διατάζει την πολιτογράφηση νέων εποίκων στην Κύπρο, ο Ερντογάν επικαλείται τουρκικούς και μουσουλμανικούς πληθυσμούς για να προβάλει αξιώσεις ενάντια στην κυριαρχία τρίτων χωρών, ενώ όπως ο Νταβούτογλου έχει προτείνει: «η Τουρκία πρέπει να επιδιώκει συνεχώς την εξασφάλιση εγγυήσεων που θα της παρέχουν το δικαίωμα παρέμβασης στα ζητήματα που αφορούν τις μουσουλμανικές μειονότητες των Βαλκανίων» - κατά το πρότυπο της Κύπρου! 

Με την αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης, τα πράγματα για την Κύπρο είναι πολύ χειρότερα. Μέχρι σήμερα, η παρουσία της Τουρκίας στο νησί, γίνεται με την πρόφαση της προστασίας των Τουρκοκυπρίων, γιατί με βάση τη Λωζάνη, απεμπόλησε κάθε αξίωσή της πάνω στο νησί [14]. Με την αμφισβήτηση της Συνθήκης, ανοίγει ο δρόμος για την αναβίωση τουρκικών διεκδικήσεων στην Κύπρο, αυτή την φορά άμεσα. 

3. Προϋποθέσεις για την απόδοση ιθαγένειας σε έποικους. 



Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε ως λαός, δεν προέρχεται από τον επεκτατισμό της Τουρκίας ή την αλαζονεία του Ερντογάν. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος έγκειται στην επιπολαιότητα με την οποία αντιμετωπίζει τα ζητήματα αυτά ένας σημαντικός αριθμός Κυπρίων. Στην πιο ακραία της έκφραση, η επιπολαιότητα παίρνει την μορφή δυο καταστροφικών κατευθύνσεων: Από την μια είναι η εχθρότητα απέναντι στους Τουρκοκύπριους και η απόδοση όλης της ευθύνης σ' αυτούς ή η ταύτισή τους με την Τουρκία. Ξεχνώντας τα δικά μας λάθη και ξεχνώντας πως, αν μη τι άλλο, χωρίς αυτούς δεν νομιμοποιείται καμιά λύση. Στην αντίθετη κατεύθυνση, έχουμε την απόδοση όλης της ευθύνης στους Ελληνοκύπριους, την δημιουργία ενοχικών συνδρόμων και την αποδοχή των αξιώσεων της Τουρκίας ως επίδειξη διαφοροποίησης από την προηγούμενη στάση. Από την μια έχουμε τον εθνικισμό, τον ρατσισμό και την μισαλλοδοξία, και από την άλλη τους αφελείς, τους φανατικούς της λεγόμενης «πολιτικής ορθότητας» και τους life-style διεθνιστές, οι οποίοι είναι έτοιμοι να συμφωνήσουν σε όλα όσα εξυπηρετούν την τουρκική πολιτική.


Τα δύο αυτά άκρα, είτε το καταλαβαίνουν είτε όχι, δημιουργούν μια επικίνδυνη κατάσταση πόλωσης και φανατισμού, με αποτέλεσμα να απομακρύνεται η προσοχή από τα ουσιώδη. Το ένα άκρο τροφοδοτεί το άλλο: η απέχθεια που φυσιολογικά νιώθει κανείς μπροστά στις παρωχημένες και αντιανθρώπινες φανφάρες του εθνικισμού, στρέφει πολλούς προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αλλά όταν φτάνει κανείς στο αντίθετο άκρο, γίνεται η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Συμπορεύεται με τις θέσεις του τουρκικού εθνικισμού. Και ο κύκλος της πόλωσης επαναλαμβάνεται: όσοι δεν θέλουν να κλείσουν τα μάτια απέναντι στις πραγματικότητες, όσοι απαυδούν με τη ξύλινη γλώσσα και τα ιδεοληπτικά αντανακλαστικά της πολιτικής ορθότητας, συχνά καταλήγουν στο άλλο άκρο, στον εθνικισμό ή τη μισαλλοδοξία.


Στο ΚΙΝΑΜΕ προσπαθούμε να ακολουθήσουμε ένα διαφορετικό δρόμο: να κρατούμε τις διεθνιστικές μας αξίες, χωρίς να κλείνουμε τα μάτια μας μπροστά στις πραγματικότητες, έχοντας πάντα ως στόχο την ενότητα του κυπριακού λαού. Χωρίς να θυσιάζουμε τα αισθήματα αδελφοσύνης απέναντι στον Τουρκικό λαό, δεν παραβλέπουμε το γεγονός ότι η Τουρκία, με το σύστημα εξουσίας που καθορίζει την πολιτική της, στέκεται απέναντί μας ως εχθρικό κράτος.


Χρειάζεται να γίνει κατανοητό σε όλους, ότι τα κράτη δεν είναι οι λαοί, όσο δεν υπάρχει πραγματική δημοκρατία. Γιατί μόνο τότε, η εσωτερική και η εξωτερική πολιτική ενός κράτους αντικατοπτρίζει τις ιδέες, τις αξίες και τη βούληση της κοινωνίας των πολιτών του. Στη δημοκρατία, το κράτος αντικαθίσταται από τον Δήμο. Τότε ο λαός, η κοινωνία, όχι μόνο παίρνει η ίδια τις αποφάσεις, αλλά η ίδια αναλαμβάνει και την υλοποίησή τους [15]. Στη δημοκρατία δεν υπάρχει κράτος ξεχωριστό από την κοινωνία. Με τη νομική έννοια του όρου, η οργάνωση του λαού εξακολουθεί να ονομάζεται κράτος. Αλλά το κράτος με την παλιά του σημασία, ως εξουσία, παύει να υπάρχει. Γιατί η εξουσία είναι πάντοτε κάτι διαχωρισμένο από τον λαό. Ανεξαρτήτως από τον βαθμό στον οποίο μια τέτοια οργάνωση μπορεί να προσεγγιστεί από μια πραγματική κοινωνία, αυτή είναι η έννοια της λέξης «Δημοκρατία».


Ανεξαρτήτως και πάλι από το εφικτό της Δημοκρατίας, όσο αυτή δεν υφίσταται, το κράτος και ο λαός δεν συμπίπτουν. Ως εκ τούτου, μπορούν να υπάρχουν εχθρικά κράτη, χωρίς να υπάρχουν εχθρικοί λαοί. Ο βαθμός στον οποίο ο Τουρκικός λαός οργανώνεται και διεκδικεί την δημοκρατία στη χώρα του, είναι ο βαθμός στον οποίο έχουμε κάτι κοινό που μας ενώνει. Αρκεί βέβαια κι εμείς να κάνουμε την δική μας δουλειά: να διεκδικούμε την δημοκρατία στην χώρα μας, να οργανωνόμαστε.


Ο βαθμός όμως στον οποίο το τουρκικό κράτος παίζει τα παιγνίδια εξουσίας του εις βάρος μας, είναι και ο βαθμός στον οποίο γίνεται εχθρικό απέναντί μας. Αυτό δεν αλλάζει ανάλογα με το αν είναι κάνεις εθνικιστής ή διεθνιστής, ούτε αλλάζει με το κατά πόσο είναι αριστερός, κεντρώος ή δεξιός, αναρχικός, φασίστας, κομμουνιστής ή νεοφιλελεύθερος. Ούτε η ταξική ανάλυση σταματά την ύπαρξη της απειλής. Γιατί απλούστατα, αυτή η απειλή δεν προέρχεται από εμάς. Προέρχεται από το σύστημα εξουσίας που ελέγχει την Τουρκία.


Το θέμα είναι ότι δεν μπορούμε να αφήσουμε την Τουρκία να μας καταπιεί, περιμένοντας τους συναγωνιστές εκεί να ξεσηκώσουν τον δικό τους λαό (αν και αυτό είναι κάτι που ο τουρκικός λαός οφείλει να πετύχει). Πρέπει να κάνουμε οτιδήποτε είναι δυνατόν για να προστατέψουμε τους εαυτούς μας, γιατί κανείς δεν θα ρθει να μας σώσει. Ούτε ξανθές φυλές, ούτε εξωγήινοι από το διάστημα. Το ίδιο πρέπει να καταλάβουν και οι Ελληνοκύπριοι όσον αφορά την Ελλάδα: δεν μπορούμε να περιμένουμε τον ελληνικό λαό να ξανά-ανακαλύψει την δημοκρατία (πράγμα βεβαίως που ο ελληνικός λαός οφείλει να κάνει, αν θέλει καν να επιβιώσει). Αυτή τη στιγμή, πρέπει να τα καταφέρουμε μόνοι μας. Και το πρώτο βήμα, είναι να αποφασίσουμε ποιοι είμαστε. Ποιοι είναι που αποφασίζουμε για την Κύπρο, σε ποιους αναφερόμαστε όταν μιλάμε για την βούληση του κυπριακού λαού.


Όταν το θέμα τίθεται σε επίπεδο κοινοτήτων, ο νους πάει συνήθως στις πέντε αναγνωρισμένες από το σύνταγμα κοινότητες του νησιού: την Ελληνοκυπριακή, την Τουρκοκυπριακή, την Μαρωνίτικη, την Αρμενική κοινότητα και την κοινότητα των Λατίνων. Παρόλο που, εντωμεταξύ, πολιτογραφήθηκαν και άτομα άλλων προελεύσεων. Όταν όμως τίθεται θέμα νομιμοποίησης ενός αριθμού εποίκων, τίθεται θέμα επαναπροσδιορισμού του ποιοι είμαστε.


Κάθε φορά που πολιτογραφείται ένας αλλοδαπός ως Κύπριος, οφείλουμε ως λαός να τον καλωσορίζουμε, σεβόμενοι τα δικαιώματα και την κουλτούρα του. Αλλά για να μπορέσουμε να το κάνουμε αυτό, πρέπει κι εμείς να νιώθουμε την ασφάλεια ότι η είσοδός του στην κοινωνία μας, θα είναι προς το συμφέρων όλων μας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εκείνες των πολιτικών προσφύγων ή των θυμάτων ανθρωπιστικών κρίσεων, οφείλουμε να υπερβαίνουμε, μέσα σε κάποια πλαίσια, ακόμα και αυτό το όριο.


Σε καμιά περίπτωση όμως, η πολιτογράφηση νέων Κυπρίων δεν μπορεί να επιβάλλεται από μια ξένη δύναμη. Είναι προφανές ότι το μεγαλύτερο σύνολο που δικαιούται να αποφασίζει για την απόδοση της κυπριακής ιθαγένειας, είναι ο κυπριακός λαός. Για να το θέσουμε διαφορετικά: η κοινωνία που ενδέχεται να υποδεχτεί ένα νέο μέλος, πρέπει η ίδια να αποφασίζει αν τελικά θα το δεχτεί. Αλλά το ποιοι είναι έποικοι, δεν το αποφασίζουμε εμείς. Το διατάζει ο Ερντογάν, ή η εκάστοτε τουρκική κυβέρνηση.


Το ΚΙΝΑΜΕ δεν έχει μέχρι στιγμής καταλήξει σε μια ολοκληρωμένη εισήγηση για το πως πρέπει, ως κυπριακός λαός, να διαχειριστούμε συνολικά το ζήτημα των εποίκων. Όμως έχουμε να προτείνουμε την βάση πάνω στην οποία πρέπει να τεθεί ως ζήτημα, καθώς και ορισμένες προϋποθέσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψιν κατά την πολιτογράφηση οποιονδήποτε εποίκων.


Αφετηρία μας είναι η μη a priori αναγνώριση των εποίκων ως μέρος του κυπριακού λαού. Προφανώς, αν η αναγνώριση είναι εκ των προτέρων δεδομένη, τότε εκείνος που αποφασίζει το ποιοι είμαστε, δεν είμαστε εμείς, αλλά ο Ερντογάν, ή η εκάστοτε τουρκική κυβέρνηση. Αυτό είναι πλήρης κατάργηση του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού. Αυτό καταργεί την αυτοδιάθεση. Αυτό καταργεί την δημοκρατία. Αυτό μας καθιστά υπόδουλους στην Τουρκία, αφού της δίνει την ευκαιρία να επικαλείται την ύπαρξη δικού της πληθυσμού στην Κύπρο.


Στις καταστατικές μας θέσεις, τοποθετήσαμε μόνο αυτήν την αφετηρία:


  • «Ο εποικισμός των κατεχομένων από την Τουρκία εδαφών έγινε με σκοπό να νομιμοποιήσει εκ των πραγμάτων τις αξιώσεις της στην Κύπρο, να δικαιολογήσει τον σφετερισμό των περιουσιών των Κυπρίων και την διατήρηση υπό τον έλεγχό της των κατεχομένων εδαφών και να προκαλέσει δημογραφική αλλοίωση, ώστε, μέσω του πληθυσμού αυτού, να έχει λόγο στις αποφάσεις του κυπριακού λαού. Ο εποικισμός είναι παράνομος σύμφωνα με το άρθρο 49 της Συνθήκης της Γενεύης και αποτελεί έγκλημα πολέμου, σύμφωνα με το πρωτόκολλο 1 της ίδιας Συνθήκης. Οι έποικοι δεν αποτελούν μέρος του Κυπριακού λαού, ούτε έχουν οποιαδήποτε δικαιώματα λόγω της χρήσης των περιουσιών αυτών μετά την Τουρκική εισβολή. Ωστόσο, η διατύπωση αυτή δεν νοείται έτσι που να περιορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο, το δικαίωμα του κυπριακού λαού να αποφασίσει, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες και στα πλαίσια που ορίζει το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο, να δώσει την κυπριακή ιθαγένεια σε όποιον θέλει και όποτε κρίνει θεμιτό. Κατά την γνώμη μας ως ΚΙΝΑΜΕ, αυτό πρέπει να γίνεται κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες περιγράφονται στις αναλυτικές μας θέσεις»


Η αφετηριακή μας θέση, ήδη επικαλείται το διεθνές δίκαιο και το Σύνταγμα. Αυτά θα ορίσουν το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αποφασιστεί, τουλάχιστον σε ένα πρώτο στάδιο, το θέμα των εποίκων. Το αν αυτό θα γίνει με βάση το υφιστάμενο Σύνταγμα, ή με βάση ένα νέο Σύνταγμα, είναι συζητήσιμο.


Οφείλουμε εδώ, όπως ορίζεται πιο πάνω, να προτείνουμε ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες να διέπουν τη διαδικασία απόδοσης της κυπριακής ιθαγένειας σε εποίκους. Ως ΚΙΝΑΜΕ δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι να τοποθετηθούμε όσον αφορά το πόσοι έποικοι πρέπει να μείνουν. Άλλωστε, δεν έχουμε στην διάθεσή μας δεδομένα που μπορούμε να εμπιστευτούμε, για τους αριθμούς των Τουρκοκυπρίων και των εποίκων. Πολλοί παράγοντες πρέπει να ληφθούν υπόψιν, αλλά το αποφασιστικό κριτήριο πρέπει να είναι η ασφάλεια του κράτους και του λαού από την απειλή της Τουρκίας. Γι' αυτό, σίγουρα μιλάμε για ένα αρκετά μικρο αριθμό.


Είμαστε όμως σε θέση να τοποθετηθούμε ως προς το τι περιμένουμε από αυτούς που θα παραμείνουν. Με ποιον γνώμονα, δηλαδή, πιστεύουμε ότι πρέπει να τους επιλέξουμε. Συγκεκριμένα: θέλουμε να δώσουμε την ιθαγένεια, σε ανθρώπους οι οποίοι θέλουν να ζήσουν μαζί μας. Και αντιστρόφως, δεν θέλουμε να την δώσουμε σε ανθρώπους που θα έρθουν εδώ για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της Τουρκίας ή οποιουδήποτε άλλου.


Οι προϋποθέσεις που θα προτείνουμε, διέπονται ακριβώς από αυτό το πνεύμα. Η πρώτη έχει ως ακολούθως:

  • «Η απόκτηση κυπριακής ιθαγένειας από οποιονδήποτε έποικο, γίνεται αποκλειστικά δυνάμει πολιτογραφήσεως».

Η πρόταση αυτή, απορρέει λογικά από την αφετηριακή μας θέση, αν λάβουμε υπόψη την υφιστάμενη κυπριακή νομοθεσία. Γιατί, εφόσον οι έποικοι δεν ανήκουν στον κυπριακό λαό, είναι αλλοδαποί [16]. Ο μόνος τρόπος απόκτησης ιθαγένειας από ένα αλλοδαπό, είναι με βάση τον νόμο, η πολιτογράφηση.


Ωστόσο, υπάρχει και ένας δεύτερος λόγος για τον οποίο πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση. Ότι με την πολιτογράφηση, παρέχεται στη Δημοκρατία μια σημαντική δικλείδα ασφαλείας, απέναντι σε έποικους οι οποίοι, ενώ πραγματικά ανήκουν στην κατηγορία εκείνων που δεν θέλουμε να τους δώσουμε την ιθαγένεια, παραπλανώντας μας, θα την αποκτήσουν.


Η υφιστάμενη νομοθεσία, ήδη εξασφαλίζει τα ίδια δικαιώματα σε όλους τους Κύπριους πολίτες, ανεξαρτήτως καταγωγής. Ο νόμος όμως όμως διατηρεί μιαν επιφύλαξη απέναντι στους πολιτογραφημένους πολίτες, την οποία πρέπει να διατηρήσουμε, τουλάχιστον ως προς το πνεύμα της, και στο νέο σύνταγμα και τους νόμους που θα απορρέουν από αυτό. Συγκεκριμένα, η ιθαγένεια ενός πολιτογραφημένου Κυπρίου μπορεί να αφαιρεθεί, στην περίπτωση που αυτός αποδειχτεί ότι διάκειται εχθρικά απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία:


«Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμος του 2002 (141(I)/2002), Άρθρο 113: Αποστέρησις της ιδιότητος του πολίτου [απόσπασμα]

(1) Πολίτης της Δημοκρατίας ο οποίος είναι πολίτης σύμφωνα με εγγραφή ή είναι πολιτογραφημένο πρόσωπο, παύει να είναι πολίτης της Δημοκρατίας εάν στερηθεί της ιδιότητας του πολίτη με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί με Διάταγμα να στερήσει οποιοδήποτε τέτοιο πολίτη από την ιδιότητα του πολίτη της Δημοκρατίας εάν ικανοποιηθεί ότι η εγγραφή ή το πιστοποιητικό πολιτογράφησης αποκτήθηκε με δόλο, ψευδείς παραστάσεις ή απόκρυψη οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος.

(3) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί με Διάταγμα να στερήσει από οποιοδήποτε πολίτη της Δημοκρατίας, το οποίο είναι πολιτογραφημένο πρόσωπο, την ιδιότητα του πολίτη εάν ικανοποιηθεί ότι ο πολίτης αυτός-

(α) Μέ έργα ή με λόγια επέδειξε, έλλειψη νομιμοφροσύνης ή δυσμένεια στη Δημοκρατία, ή

(β) σε οποιοδήποτε πόλεμο που διεξάγεται από τη Δημοκρατία παράνομα επιδόθηκε σε συναλλαγή ή επικοινώνησε με τον εχθρό ή επιδόθηκε στη διεξαγωγή ή συμμετείχε σε οποιαδήποτε επιχείρηση η οποία σε γνώση του διεξαγόταν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να βοηθήσει τον εχθρό κατά τον πόλεμο αυτό, ή

(γ) μέσα σε πέντε χρόνια από την πολιτογράφηση του καταδικάστηκε σε οποιαδήποτε χώρα σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των δώδεκα μηνών».



Με αυτόν τον τρόπο, ο νόμος μας προστατεύει απέναντι σε όσους αποσκοπούν στην απόκτηση κυπριακής ιθαγένειας με αλλότρια κίνητρα, με σκοπό δηλαδή να εξυπηρετήσουν τις επιβουλές άλλων κρατών επί της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πρόνοια αυτή του νόμου δεν επηρεάζει τις επερχόμενες γενιές, καθώς τα παιδιά ενός πολιτογραφημένου Κυπρίου, είναι Κύπριοι δυνάμει καταγωγής. 

Η δεύτερη προϋπόθεση, είναι απλώς μια προσπάθεια περιγραφής αυτών στους οποίους δεν επιθυμούμε να δώσουμε την κυπριακή ιθαγένεια:

  • « Αποκλείεται η παραχώρηση ιθαγένειας ή η παραμονή στην Κύπρο εποίκων, οι οποίοι:
    1. Είναι μόνιμοι στρατιωτικοί του στρατού κατοχής, εν υπηρεσία ή εν αποστρατεία.
    2. Συνείσφεραν με οποιοδήποτε στην τρόπο και με την δική τους βούληση στην τουρκική εισβολή, ή συνεισφέρουν συνειδητά ή έχουν ευθύνες για την διατήρηση της κατοχής.
    3. Είναι εθνικιστές, γκρίζοι λύκοι, ή με οποιονδήποτε τρόπο αποδεδειγμένα θέτουν τα συμφέροντα της Τουρκίας πάνω από την Κυπριακή Δημοκρατία».

Η τρίτη και η τέταρτη προϋπόθεση, εισηγούνται προτεραιότητες και κάποια κριτήρια για το ποιοι έποικοι θα μείνουν. Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί σε όσους έμπρακτα συνεισφέρουν στην απελευθέρωση της Κύπρου από τον τουρκικό ζυγό. Σε όσους δηλαδή, με τις πράξεις και της ιδέες τους τίθενται ενάντια στην κατοχή, και υπέρ της ανεξαρτησίας της πατρίδας μας:

  • «Για την επιλογή των εποίκων που πρόκειται να πολιτογραφηθούν, να δοθεί προτεραιότητα σε πρόσωπα που με τις πράξεις και τις ιδέες τους έχουν τεκμηριωμένα τεθεί ενάντια στην κατοχή και υπέρ της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας».

Η διάταξη αυτή, πετυχαίνει δυο πράγματα: αφενός, δίνεται προτεραιότητα στους έποικους που πραγματικά θέλουν να ζήσουν μαζί μας, και αφετέρου, τους δίνει το κίνητρο να αγωνιστούν μαζί μας για την απελευθέρωση. Να σημειώσουμε ότι υπάρχει ήδη η νομική βάση για την παροχή ιθαγένειας με ένα τέτοιο κριτήριο, αφού, σύμφωνα με την παράγραφο (1) του άρθρου 111Α του «Περί Αρχείου Πληθυσμού νόμου [17]»:

«111Α Τιμητική πολιτογράφηση αλλοδαπού, για λόγους δημοσίου συμφέροντος

Το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις παροχής υψίστου επιπέδου υπηρεσιών προς τη Δημοκρατία, οι οποίες αναφέρονται στη σχετική απόφαση, να επιτρέψει, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως τιμητικά πολιτογραφηθεί αλλοδαπός χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις που περιγράφονται στις παραγράφους (1)(α), (1)(β) και (1)(δ) του Τρίτου Πίνακα».



Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψιν. Συνηθίζεται, διεθνώς, να παραχωρείται ιθαγένεια σε αλλοδαπό, ο οποίος συνάπτει γάμο με πολίτη ενός κράτους. Στη χώρα μας, ο νόμος επιτρέπει αυτή την δυνατότητα, βάση της παραγράφου (2) του άρθρου 110. Ωστόσο, η παραχώρηση ιθαγένειας βάσει του άρθρου αυτού γίνεται δυνάμει εγγραφής. Επειδή η παράγραφος (3) του άρθρου 113, που αφορά την αποστέρηση της ιδιότητας του πολίτη, αναφέρεται μόνο σε πολιτογραφημένους πολίτες, εδώ χρειάζεται προσοχή. Οι έποικοι πρέπει να αποκτούν ιθαγένεια μόνο μέσω πολιτογράφησης, για τους λόγους που εξηγήσαμε προηγουμένως. Επιπλέον, τέτοιες περιπτώσεις εξετάζονται η κάθε μια ξεχωριστά, ορίζονται κριτήρια από το νόμο και απαιτείται η έγκριση του υπουργού εσωτερικών. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να γίνει δεχτή η ανεξέλεγκτη πολιτογράφηση των εποίκων, με βάση μόνο το γεγονός ότι είναι σύζυγοι Κυπρίων. Δεδομένου όμως ότι τηρείται η προτεραιότητα που ορίζεται στην προηγούμενη διάταξη και, δεδομένου ότι πρόκειται για έποικους που δεν είναι αποδεδειγμένα εχθροί της Κυπριακής Δημοκρατίας, όσοι είναι παντρεμένοι με Κύπριους πολίτες, πρέπει να επιλέγονται κατά προτεραιότητα.


Η προτεραιότητα αυτή πρέπει να συνσταθμιστεί βεβαίως και με άλλους παράγοντες. Δεν πρέπει να φερθούμε σκληρά απέναντι σε άτομα για τα οποία συντρέχουν ιδιαίτεροι ανθρωπιστικοί λόγοι να μείνουν, ή σε άτομα που δεν έχουν οι ίδιοι καμιά ευθύνη για τον εποικισμό.

  • «Δεδομένου ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων (5) και (6), για την επιλογή των εποίκων που πρόκειται να πολιτογραφηθούν, να ληφθεί υπόψιν το κατά πόσον εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες:

    1. Πρόσωπα που έχουν συνάψει γάμο με Κύπριο ή Κύπρια.
    2. Πρόσωπα που γεννήθηκαν στην Κύπρο, ή ήρθαν στην Κύπρο ως ανήλικοι και ως εκ τούτου δεν φέρουν προσωπική ευθύνη για τον εποικισμό του νησιού.
    3. Πρόσωπα ή οικογένειες για τις οποίες συντρέχουν ιδιαίτεροι ανθρωπιστικοί λόγοι».



Όσοι ήρθαν με δική τους βούληση, έχουν ευθύνη. Βεβαίως αυτή η ευθύνη διαβαθμίζεται ανάλογα με τις προσωπικές συνθήκες που αντιμετώπιζε ο καθένας, καθώς σε σχέση με την ενημέρωση που είχε για τα πραγματικά γεγονότα στην Κύπρο. Σε καμιά περίπτωση δεν υποστηρίζουμε την εχθρότητα και το μίσος ενάντια στους εποίκους. Πολλοί από αυτούς έχουν έρθει στο νησί ως οικονομικοί μετανάστες, αντιμετωπίζοντας ίσως προβλήματα επιβίωσης των ιδίων και των οικογενειών τους. Αυτό δεν τους απ αλλάζει από κάθε ευθύνη. Το να εκμεταλλευτεί κανείς το έγκλημα της εισβολής και κατοχής προς όφελός του, το να δεχτεί να μπει μέσα στο σπίτι ενός νόμιμου κατοίκου που έχει εκτοπιστεί με την βία, εξακολουθεί να είναι άδικο και παράνομο. Ούτε οφείλουν οι Κύπριοι να σηκώσουν στους δικούς τους ώμους τις συνέπειες του εποικισμού. Μπορεί βεβαίως να δείξει κανείς κατανόηση, όταν αυτό αφορά ανθρώπους που δεν έβρισκαν άλλη διέξοδο, δεν είχαν άλλο τρόπο να φροντίσουν την οικογένειά τους. Αλλά ένας τίμιος άνθρωπος, που αναγκάστηκε να κάνει κάτι τέτοιο, σίγουρα δεν θα έχει απαίτηση, όταν η νομιμότητα αποκατασταθεί και πρέπει να φύγει.


Τα άρθρα 110 και 111 του νόμου, απαιτούν από τον αιτούμενο πολιτογραφήσεως αλλοδαπό, να δώσει επίσημη δήλωση πίστης στην Κυπριακή Δημοκρατία [18]. Η δήλωση αυτή περιλαμβάνεται στον δεύτερο πίνακα του νόμου και είναι η εξής:


«ΕΠΙΣΗΜΗ ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΣΗ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Εγώ, .............................................................................................................................................
επίσημα διαβεβαιώ πίστη στην Κυπριακή Δημοκρατία και σεβασμό προς τους Νόμους αυτής
»


Η δήλωση πίστης αυτή, δεν βοηθά από μόνη της στην περίπτωση των εποίκων, όπου η απειλή προέρχεται περισσότερο από την Τουρκία, παρά από τους ίδιους. Χρειάζεται μια πιο ισχυρή δήλωση, η οποία, να συμβάλλει στην αποδυνάμωση οποιασδήποτε διεκδίκησης της Τουρκίας εξ ονόματος των προσώπων αυτών. Η εισήγησή μας διατυπώνεται ως εξής:

  • «Ο νόμος απαιτεί από ένα πρόσωπο που πρόκειται να πολιτογραφηθεί ως Κύπριος, να δηλώσει πίστη στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η διάταξη αυτή είναι ανεπαρκής. Προϋπόθεση για την πολιτογράφηση οποιουδήποτε αλλοδαπού, θα πρέπει να είναι η υπογραφή δεσμευτικού εγγράφου, σύμφωνα με το οποίο ο ίδιος απορρίπτει οποιανδήποτε αξίωση οποιουδήποτε ξένου κράτους, η οποία περιορίζει την εθνική κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας, νοούμενης πάντα μέσα στα πλαίσια του διεθνούς δίκαιου. Ιδιαίτερα μάλιστα, απορρίπτει οποιαδήποτε τέτοια αξίωση που γίνεται με αφορμή τον ίδιο, ως άτομο ή ως μέρος συνόλου, με επίκληση οποιασδήποτε αφορμής, συμπεριλαμβανόμενης της εθνοτικής του προέλευσης και της θρησκείας στην οποία ανήκει».

Επίσης, το άρθρο 111 παρέχει τη δυνατότητα να απαιτηθεί από τον αιτούντα πολιτογραφήσεως αλλοδαπό, να αποκηρύξει οποιαδήποτε άλλη ιθαγένεια διαθέτει:

  • «Νοείται ότι, με πρόταση του Υπουργού σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση ή κατηγορία περιπτώσεων, το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να απορρίψει την αίτηση για χορήγηση πιστοποιητικού πολιτογράφησης, εκτός εάν ο αιτητής αποκηρύξει την ιδιότητα του πολίτη οποιασδήποτε άλλης χώρας την οποία αυτός κατέχει».


Αυτή η δυνατότητα χρειάζεται να αξιοποιηθεί σε κάθε περίπτωση πολιτογράφησης εποίκου, ούτως ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία πληθυσμού στην Κύπρο, που αποτελείται από πολίτες της Τουρκίας, δεδομένων των προθέσεων και των επιβουλών της τελευταίας έναντι της Κύπρου. Η θέση μας διατυπώνεται ως εξής:


  • Κατά την πολιτογράφηση οποιουδήποτε έποικου, να εφαρμόζεται η δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 111 του νόμου και να απαιτείται από τον αιτητή, η αποκήρυξη της ιδιότητας του πολίτη οποιασδήποτε άλλης χώρας τυγχάνει να έχει».

Το τελευταίο ζήτημα που τοποθετούμε στις θέσεις μας, αφορά την περίπτωση παραχώρησης μόνιμης άδειας παραμονής σε εποίκους, χωρίς την απόκτηση ιθαγένειας. Όπως έχουμε ήδη εξηγήσει, ένα τέτοιο ενδεχόμενο πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία. Πρώτον, γιατί η δημιουργία μόνιμων κατοίκων, οι οποίοι δεν διαθέτουν κυπριακή ιθαγένεια και κατά συνέπεια πολιτικά δικαιώματα, είναι κάτι που αντιστρατεύεται την δημοκρατία. Όλοι οι μόνιμοι κάτοικοι του νησιού πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα, άρα πρέπει να είναι πολίτες. Δεύτερον, γιατί η παραμονή εποίκων χωρίς κυπριακή ιθαγένεια και χωρίς αποκήρυξη της τουρκικής ιθαγένειας, δημιουργεί πληθυσμό στην Κύπρο Τούρκων υπηκόων, πράγμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την Τουρκία εναντίων μας. Ως εκ τούτου, θέση μας είναι ότι:

  • Σε κανένα έποικο δεν δίνεται μόνιμη άδεια παραμονής στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς την απόκτηση ή την προοπτική απόκτησης από αυτόν της κυπριακής ιθαγένειας».

Συνοψίζοντας: Η παραμονή των εποίκων στο νησί, εξουδετερώνει την δυνατότητα ανεξαρτησίας και αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού. Καθιστά τους Κύπριους υποτελείς στην Τουρκία και εδραιώνει την κυριαρχία της στο νησί, συνεχίζοντας την πολιτική που χάραξε πριν 60 χρόνια ο Νιχάτ Ερίμ. Καθιστά αδύνατη την διεκδίκηση της δημοκρατίας από τους Κύπριους, της ικανότητας να καθορίζουν οι ίδιοι τη ζωή και το μέλλον τους. Ο εποικισμός είναι ένα έγκλημα που πρέπει να παύσει να υφίσταται. Δεχόμενοι τον εποικισμό, δεχόμαστε αυτόματα τον ιμπεριαλισμό και την υποτέλεια.

Από την άλλη, όσοι έποικοι τελικά μείνουν, θα πρέπει να τους υποδεχτούμε ως ισότιμους συμπατριώτες μας, μια και θα είναι πλέον Κύπριοι. Οποιαδήποτε ρατσιστική συμπεριφορά εναντίων τους πρέπει να αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα. Όλα τα δικαιώματά τους πρέπει να είναι εξασφαλισμένα και σεβαστά. Επιδίωξή μας θα πρέπει να είναι η ενότητα και η συνειδητοποίηση του συλλογικού συμφέροντος, ανεξαρτήτως από τις ιδιαιτερότητες και την διαφορετικότητα του καθενός μας.

Γι' αυτό τον λόγο, πρέπει να μείνουν μόνον όποιοι και όσοι μπορούν να ενταχθούν στην κυπριακή κοινωνία και να αποκτήσουν συνείδηση του κοινού μας συμφέροντος ως Κύπριοι. Όποιοι και όσοι μπορούν να γίνουν μέρος του συνόλου, χωρίς να απειλείται η ασφάλεια όλων μας και χωρίς να δικαιολογούνται οποιεσδήποτε αξιώσεις της Τουρκίας πάνω στην Κύπρο.

Οι θέσεις μας είναι συνεχώς κάτω από μελέτη, υπό ανάπτυξη, μέσα από την πολιτική ζύμωση. Ο καθένας είναι ευπρόσδεκτος να φέρει τις εισηγήσεις του, τις διαφωνίες του, την κριτική του. Εξάλλου, ο τελικός στόχος πρέπει να είναι η ανάπτυξη ενός σχεδίου λύσης από τη βάση του κυπριακού λαού. Εμείς ως ΚΙΝΑΜΕ, προσφέρουμε τις σκέψεις και τις ιδέες μας σε αυτόν τον διάλογο.


Άρθρο 1.9 των αναλυτικών θέσεων του ΚΙΝΑΜΕ: Έποικοι

  1. Στα πλαίσια του παρόντος άρθρου, με την λέξη «νόμος» νοείται « Ο Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμος του 2002 (141(I)/2002)»
  2. Στα πλαίσια του παρόντος άρθρου και των καταστατικών μας θέσεων, έποικος είναι: α) Κάθε αλλοδαπός που εγκαταστάθηκε και ζει μόνιμα στο κατεχόμενο από την Τουρκία τμήμα του νησιού, χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη άδεια από την Κυπριακή Δημοκρατία. β) Έποικος είναι επίσης κάθε πρόσωπο, του οποίου οποιοσδήποτε από τους γονείς του είναι έποικος, άλλα κανένας από τους γονείς του δεν είναι Κύπριος πολίτης, ανεξαρτήτως του αν ο ίδιος έχει γεννηθεί στην Κύπρο ή αλλού, εφόσον αυτός παραμένει εγκατεστημένος στο κατεχόμενο έδαφος της Κυπριακής δημοκρατίας.
  3. Ο εποικισμός των κατεχομένων από την Τουρκία εδαφών έγινε με σκοπό να νομιμοποιήσει εκ των πραγμάτων τις αξιώσεις της στην Κύπρο, να δικαιολογήσει τον σφετερισμό των περιουσιών των Κυπρίων και την διατήρηση υπό τον έλεγχό της των κατεχομένων εδαφών και να προκαλέσει δημογραφική αλλοίωση, ώστε, μέσω του πληθυσμού αυτού, να έχει λόγο στις αποφάσεις του κυπριακού λαού. Ο εποικισμός είναι παράνομος σύμφωνα με το άρθρο 49 της Συνθήκης της Γενεύης και αποτελεί έγκλημα πολέμου, σύμφωνα με το πρωτόκολλο 1 της ίδιας Συνθήκης. Οι έποικοι δεν αποτελούν μέρος του Κυπριακού λαού, ούτε έχουν οποιαδήποτε δικαιώματα λόγω της χρήσης των περιουσιών αυτών μετά την Τουρκική εισβολή. Ωστόσο, η διατύπωση αυτή δεν νοείται έτσι που να περιορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο, το δικαίωμα του κυπριακού λαού να αποφασίσει, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες και στα πλαίσια που ορίζει το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο, να δώσει την κυπριακή ιθαγένεια σε όποιον θέλει και όποτε κρίνει θεμιτό. Κατά την γνώμη μας ως ΚΙΝΑΜΕ, αυτό πρέπει να γίνεται κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες περιγράφονται στις ακόλουθες παραγράφους.
  4. Ο εποικισμός των κατεχομένων από την Η απόκτηση κυπριακής ιθαγένειας από οποιονδήποτε έποικο, γίνεται μόνο δυνάμει πολιτογραφήσεως.
  5. Αποκλείεται η παραχώρηση ιθαγένειας ή η παραμονή στην Κύπρο εποίκων, οι οποίοι:
    1. Είναι μόνιμοι στρατιωτικοί, εν υπηρεσία ή εν αποστρατεία.
    2. Συνείσφεραν με οποιοδήποτε στην τρόπο στην τουρκική εισβολή ή συνεισφέρουν συνειδητά στην διατήρηση της κατοχής.
    3. Είναι εθνικιστές, γκρίζοι λύκοι, ή με οποιονδήποτε τρόπο αποδεδειγμένα θέτουν τα συμφέροντα της Τουρκίας πάνω από την Κυπριακή Δημοκρατία.
  6. Για την επιλογή των εποίκων που πρόκειται να πολιτογραφηθούν, να δοθεί προτεραιότητα σε πρόσωπα που με τις πράξεις και τις ιδέες τους έχουν τεκμηριωμένα τεθεί ενάντια στην κατοχή και υπέρ της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  7. Δεδομένου ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων (5) και (6), για την επιλογή των εποίκων που πρόκειται να πολιτογραφηθούν, να ληφθεί υπόψιν το κατά πόσον εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες:
    1. Πρόσωπα που έχουν συνάψει γάμο με Κύπριο ή Κύπρια.
    2. Πρόσωπα που γεννήθηκαν στην Κύπρο, ή ήρθαν στην Κύπρο ως ανήλικοι και ως εκ τούτου δεν φέρουν προσωπικά ευθύνη για τον εποικισμό του νησιού.
    3. Πρόσωπα ή οικογένειες για τις οποίες συντρέχουν ιδιαίτεροι ανθρωπιστικοί λόγοι.
  8. Ο νόμος απαιτεί από ένα πρόσωπο που πρόκειται να πολιτογραφηθεί ως Κύπριος, να δηλώσει πίστη στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η διάταξη αυτή είναι ανεπαρκής. Προϋπόθεση για την πολιτογράφηση οποιουδήποτε αλλοδαπού, θα πρέπει να είναι η υπογραφή δεσμευτικού εγγράφου, σύμφωνα με το οποίο ο ίδιος απορρίπτει οποιανδήποτε αξίωση οποιουδήποτε ξένου κράτους, η οποία περιορίζει την εθνική κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας, νοούμενης πάντα μέσα στα πλαίσια του διεθνούς δίκαιου. Ιδιαίτερα μάλιστα, απορρίπτει οποιαδήποτε τέτοια αξίωση που γίνεται με αφορμή τον ίδιο, ως άτομο ή ως μέρος συνόλου, με επίκληση οποιασδήποτε αφορμής, συμπεριλαμβανόμενης της εθνοτικής του προέλευσης και της θρησκείας στην οποία ανήκει.
  9. Κατά την πολιτογράφηση οποιουδήποτε έποικου, να εφαρμόζεται η δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 111 του νόμου και να απαιτείται από τον αιτητή, η αποκήρυξη της ιδιότητας του πολίτη οποιασδήποτε άλλης χώρας τυγχάνει να έχει.
  10. Σε κανένα έποικο δεν δίνεται μόνιμη άδεια παραμονής στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς την απόκτηση ή την προοπτική απόκτησης από αυτόν της κυπριακής ιθαγένειας.

Σημειώσεις


  1. Σχετικό απόσπασμα από το άρθρο 49: «Η κατέχουσα Δύναμις δεν θα δύναται να εξορίση ή να μεταφέρη μέρος του ιδικού της άμαχου πληθυσμού εις το κατεχόμενον υπ’ αυτής έδαφος». 
  2. Άρθρο 85, παράγραφος 4: «In addition to the grave breaches defined in the preceding paragraphs and in the Conventions, the following shall be regarded as grave breaches of this Protocol, when committed wilfully and in violation of the Conventions or the Protocol: a) the transfer by the Occupying Power of parts of its own civilian population into the territory it occupies, or the deportation or transfer of all or parts of the population of the occupied territory within or out side this territory, in violation of Article 49 of the Fourth Convention;...» και παράγραφος 5: « Without prejudice to the application of the Conventions and of this Protocol, grave breaches of these instruments shall be regarded as war crimes».  
  3. Οι πέντε πυλώνες όπως είναι διατυπωμένοι, αποτελούν απόσπασμα από περίληψη της διάλεξης με τίτλο: « 55 χρόνια από τις εκθέσεις Νιχάτ Ερίμ - Η γένεση της Τουρκικής Υψηλής Στρατηγικής στο Κυπριακό μέσα από τα απομνημονεύματα του Νιχάτ Ερίμ «Η Κύπρος απ’ όσα ξέρω και απ’όσα είδα (Bildiğim ve gördüğüm ölçüler içinde Kıbrıs)». Η περίληψη μας δόθηκε από τον ίδιο τον συγγραφέα, τον διευθυντή του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥΚΕΜ), Χρήστο Ιακώβου, τον οποίο ευχαριστούμε.
  4. Οπ.π.
  5. Για τον εποικισμό, τις μετακινήσεις πληθυσμών και τις υπόλοιπες μεθόδους που εφάρμοζε η οθωμανική αυτοκρατορία κατά την επέκτασή της, για την δημιουργία ή εγκατάσταση δικού της πληθυσμού στις υπό κατοχή χώρες, βλέπε το βιβλίο του Κύπριου ιστορικού Κώστα Κύρρη, «Τουρκία και Βαλκάνια», εκδ. Βιβλιοπωλειο της «Εστίας», 1986. 
  6. Αχμέτ Νταβούτογλου, «Το στρατηγικό βάθος – Η διεθνής θέση της Τουρκίας», εκδ. Ποιότητα, μτφ. Νικόλαος Ραπτόπουλος, επιστ. Επιμ. Νεοκλής Σαρρής. 9η εκδ. ISBN 978-960-7803-57-3. Κεφ. 1, σελ. 57.
  7. Ο Νταβούτογλου παραθέτει πράγματι μιαν εξίσωση, την οποία καλεί «η εξίσωση της ισχύος». Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Ιωάννης Μάζης, πρόκειται για ψευδο-μαθηματική εξίσωση, καθώς οι συντελεστές και οι όροι που χρησιμοποιεί έχουν καθαρά ποιοτικό χαρακτήρα, χωρίς να προτείνει οποιονδήποτε τρόπο ποσοτικοποίησής τους (Ιωάννης Θ. Μάζης, «Νταβούτογλου και Γεωπολιτική», εκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα 2013. Έκδ. Β', ISBN 978-960-485-033-4, κεφ. iv σελ. 29). 
  8. Οπ.π., σελ. 48-49.
  9. Οπ.π., σελ. 57.
  10. Νταβούτογλου, κεφ. 5 σελ. 200.
  11. Νταβούτογλου, κεφ. 2 σελ. 103. 
  12. http://content.time.com/time/specials/packages/article/0,28804,2111975_2111976_2112128,00.html
  13. https://www.youtube.com/watch?v=Dc9zKAzuAN8.
  14. Σύμφωνα με το άρθρο 16 της Συνθήκης: «Η Τουρκία δήλοι ότι παραιτείται παντός τίτλου και δικαιώματος πάσης φύσεως επί των εδαφών ή εν σχέσει προς τα εδάφη άτινα κείνται πέραν των προβλεπομένων υπό της παρούσης Συνθήκης ορίων, ως και επί των νήσων, εκτός εκείνων ων η κυριαρχία έχει αναγνωρισθή αυτή δια της παρούσης Συνθήκης, της τύχης των εδαφών και των νήσων τούτων κανονισθείσης ή κανονισθησομένης μεταξύ των ενδιαφερομένων». Συμφωνα με το αρθρο 20: «Η Τουρκία δηλοί ότι αναγνωρίζει την προσάρτησιν της Κύπρου ανακηρυχθείσαν υπό της Βρεττανικής Κυβερνήσεως την 5ην Νοεμβρίου 1914>». Με αυτές τις διατάξεις και σε συνδυασμό με την κατάργηση της τουρκικής ιθαγένειας του τουρκικού πληθυσμού της Κύπρου, βάσει του άρθρου 21, η Τουρκία παραιτήθηκε το 1923 από κάθε διεκδίκηση επί του νησιού.
  15. Την έννοια της δημοκρατίας πραγματεύεται ενδελεχώς ο καθηγητής πολιτικών επιστημών Γεώργιος Κοντογιώργης, στο βιβλίο του: «Η δημοκρατία ως ελευθερία – δημοκρατία και αντιπροσώπευση», εκδ. Πατάκη, ISBN 978-960-16-2561-4. 
  16. Το άρθρο 2 του νόμου, συγκεκριμένα διευκρινίζει: «“αλλοδαπός” σημαίνει πρόσωπον το οποίον δεν είναι πολίτης της Δημοκρατίας». 
  17. Το άρθρο 111Α προστέθηκε με τον «Περί του Αρχείου Πληθυσμού (Τροποποιητικό) Νόμο του 2013» (άρθρο 17). Ωστόσο, παρόμοια διάταξη υπήρχε ήδη στη νομοθεσία, ως παράγραφος 2(στ) του Τρίτου Πίνακα του βασικού νόμου. Η παράγραφος αυτή διαγράφηκε από το άρθρο 21 του ίδιου τροποποιητικού νόμου. 
  18. «Άρθρο 111 (απόσπασμα): Ο Υπουργός, όταν υποβληθεί σ' αυτόν αίτηση κατά τον καθορισμένο τύπο και τρόπο από οποιοδήποτε αλλοδαπό ενήλικα και με πλήρη ικανότητα, ο οποίος ικανοποιεί τον Υπουργό ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα, δύναται να χορηγήσει σ' αυτόν πιστοποιητικό πολιτογράφησης. Το πρόσωπο αυτό, στο οποίο χορηγείται το πιστοποιητικό πολιτογράφησης, μόλις δώσει επίσημη διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία, στον τύπο που καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, καθίσταται πολίτης της Δημοκρατίας κατόπιν πολιτογράφησης, από την ημερομηνία κατά την οποία χορηγείται σ' αυτόν το πιο πάνω πιστοποιητικό».