Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

ΠΟΙΑ Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ;

Μπροστά στον κορυφούμενο Ευρωσκεπτικισμό, εν όψει των Ευρωεκλογών του Μάη βλέπουμε τους φιλικά διακείμενους προς την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), να προσπαθούν εναγωνίως να βρουν τρόπο ώστε να αναδείξουν τη σπουδαιότητα της. Είναι κατανοητή η ανησυχία τόσο των κομμάτων, όσο και της ίδιας της Ε.Ε. για το πόση θα είναι η συμμετοχή των πολιτών.
Είναι δυνατόν άραγε να τους πείσουν, αφού οι ίδιοι οι ηγέτες της Ε.Ε. περιφρόνησαν τα ψηφίσματα του Ευρωκοινοβουλίου ακόμα και για σοβαρά θέματα όπως τα πιο κάτω:
  1. Ενώ το Ευρωκοινοβούλιο ψήφισε την αναβολή των διαδικασιών ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε., τόσο ανώτεροι αξιωματούχοι χωρών κρατών μελών, όσο και θεσμικά όργανα της Ε.Ε. περιφρονούν το εν λόγω ψήφισμα πλήρως.
  2. Ενώ το Ευρωκοινοβούλιο ψήφισε δύο φορές (2010, 2017) σχεδόν ομόφωνα υπέρ της απαγόρευσης της χρήσης κυανίου εντός της Ε.Ε. εν τούτοις λίγες χώρες συμμορφώθηκαν με το ψήφισμα. Στην Κύπρο δε, η κυβέρνηση έδωσε άδεια για την χρήση του και τα κόμματα τηρούν ένοχη στάση ανοχής, ερχόμενοι έτσι σε αντίφαση με τους εκπρόσωπους τους (Κύπριους Ευρωβουλευτές) στο Ευρωκοινοβούλιο.
Οι υποστηρικτές της Ε.Ε. όσο και αν προσπαθούν, δεν μπορούν να πείσουν τις λαϊκές μάζες των Ευρωπαϊκών κρατών για τη σπουδαιότητα και αποτελεσματικότητα της Ε.Ε., αφού αυτές οι μάζες, λόγω των πολιτικών και του πλαισίου της Ε.Ε. πλήττονται οικονομικά, υποβαθμίζονται κοινωνικά και περιθωριοποιούνται πολιτικά. Οι οικονομικές ανισότητες αυξάνονται και η σύγκλιση μεταξύ χωρών είναι άπιαστο όνειρο. Οι Έλληνες αντί «μισθούς Γερμανίας» που τους έταζαν πλησιάζουν μισθούς Βουλγαρίας με τη χώρα τους καταρρέουσα και υπό γενική εκποίηση. Μεγάλες μερίδες πολιτών στην Ε.Ε. βιώνουν την καθημερινή απόγνωση της φτώχειας. Κάποιοι πεθαίνουν από την αδυναμία πρόσβασης σε επαρκή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, άλλοι μεταναστεύουν (στην ουσία προσφυγοποιούνται για να επιβιώσουν), ενώ κάποιων άλλων οι “κατακτητές” τους παίρνουν σπίτια και ακίνητα όχι δια της βίας, αλλά με τα χρηματο-οικονομικίστικα παιχνίδια. Ο σιγανός, ύπουλος και ακήρυχτος κοινωνικός πόλεμος, είναι καθημερινός, εντεινόμενος και ατελείωτος.

Ενδεικτικό είναι, πως ακόμα και στην κραταιά Γερμανία, το 15% του πληθυσμού (δηλαδή 12,5 εκατομμύρια άτομα!) είναι κάτω από το όριο της φτώχειας, το υψηλότερο ποσοστό από τον καιρό της επανένωσης του 1990[1]. Λόγω όλων αυτών, παρατηρούμε γεγονότα όπως: το Κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων στη Γαλλία, την εκλογική νίκη του συνασπισμού 5 Αστέρων – Λέγκας στην Ιταλία, την ψήφιση του Brexit, την άνοδο των ευρωσκεπτικιστών σε όλη την Ευρώπη και τα όλο και χαμηλότερα ποσοστά θετικής άποψης για την Ε.Ε. που καταγράφονται σε γκάλοπ[2].

Αφού οι υποστηρικτές της Ε.Ε. ξέμειναν από επιχειρήματα, για να στρέψουν την προσοχή του κόσμου μακριά από την βία της καθημερινότητας του, σοφίστηκαν να λένε ότι η Ε.Ε. συνέβαλε ώστε για πολλές δεκαετίες να μην προκύψουν πόλεμοι στον Ευρωπαϊκό χώρο. Το επιχείρημα αυτό αν και είναι ευρέως διαδεδομένο, δεν ευσταθεί. Υπάρχουν άλλοι παράγοντες που εξηγούν καλύτερα την (εν μέρει) απουσία πολέμων στην Ευρώπη, τους οποίους παραθέτουμε συνοπτικά πιο κάτω:
  1. Υπήρξε μείωση των πολέμων όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά παγκοσμίως - τουλάχιστον με τη μορφή των συρράξεων που ταλάνιζαν την Ευρώπη τους τελευταίους αιώνες μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αναπτύχθηκε μια μεγάλη κοινωνική αντίθεση στις συρράξεις μαζί με ένα ισχυρό αντιπολεμικό κίνημα. Η εξέλιξη της τεχνολογίας και οπλικών συστημάτων – ιδίως των όπλων μαζικής καταστροφής – κάνουν υπερβολικό το κόστος (σε ανθρώπινες ζωές καθώς και στην οικονομία και υποδομές), μιας σύγκρουσης μεταξύ σχετικά ισοδύναμων / ανεπτυγμένων χωρών. Το ιστορικό αρχείο δείχνει απουσία τέτοιων συγκρούσεων με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως Ιράν-Ιράκ (1980-1988) και Αρμενία-Αζερμπαϊτζάν (1988-1994).
  2. Λόγω των ιστορικών εξελίξεων και ιδίως των σημείων που αναφέραμε πιο πάνω στο 1.,η φύση των πολέμων μετά τον Β΄ΠΠ ενέπιπτε σε μια ή περισσότερες από τις εξής κατηγορίες:
    1. Ισχυρές χώρες επιτίθενται σε πολύ πιο αδύναμες είτε άμεσα, είτε μέσω «proxies» (ΗΠΑ – Βιετνάμ, πολλές χώρες της Λ.Αμερικής, Ιράκ, Αφγανιστάν, ΕΣΣΔ – Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία).
    2. Μικρής διάρκειας πόλεμοι συνήθως λόγω διασυνοριακών διενέξεων (border skirmishes) π.χ. Κασμίρ ή για αμφισβητούμενες περιοχές (Νακόρνο-Καραμπάχ, νησιά Φόκλαντς).
    3. Εμφύλιοι και συγκρούσεις λόγω αποικιακών καταλοίπων σε σχετικά νεοσύστατα κράτη (κυρίως στην Αφρική και Μ.Ανατολή).
    4. Αντάρτικα και καταστολή αντάρτικων «Insurgency/Counter-insurgency» (Παντού στον 3ο κόσμο/αναπτυσσόμενες χώρες και σε αρκετές Ευρωπαϊκές).
  3. Οι χώρες της Ε.Ε. ήταν μέλη ή συνεργάτες του ΝΑΤΟ, του οποίου η γεωστρατηγική καθόριζε ως αντίπαλο το Σύμφωνο της Βαρσοβίας (κυρίως την ΕΣΣΔ τότε και τη Ρωσία σήμερα) οπότε οι στρατοί στην Ευρώπη ήταν δομημένοι γι’ αυτό τον σκοπό και όχι για μεταξύ τους αντιπαραθέσεις.
Παρ’ όλη την ειρηνιστική βιτρίνα, οι πολλές χώρες της Ε.Ε. είχαν και έχουν μεγάλη συμμετοχή σε πολεμικές επιχειρήσεις (σχεδόν όλες μη αμυντικές και χωρίς έγκριση του ΟΗΕ) π.χ. Αφγανιστάν, Ιράκ, διάλυση Συρίας, παρεμβάσεις σε Β. και Δ. Αφρική (π.χ. Γαλλία στην ανεξαρτητοποίηση της Αλγερίας). Αυτές γίνονται και στον Ευρωπαϊκό χώρο όπως η συμμετοχή στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και οι παρεμβάσεις και στήριξη του πραξικοπήματος στην Ουκρανία (που είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο ακροδεξιοί / νεοναζιστές παραστρατιωτικοί), το οποίο οδήγησε στον εμφύλιο που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Πέραν από την άμεση συμμετοχή σε πολέμους, οφείλουμε να αναφερθούμε και στην γενικότερα ιμπεριαλιστική και αντιδημοκρατική στάση της Ε.Ε., που δείχνουν τα πιο κάτω παραδείγματα:
  • η παρεμβατικότητα της Ε.Ε. στο θέμα της δημιουργίας κυβέρνησης της Ιταλίας μέσω του νομικού πραξικοπήματος του εγκάθετού της προέδρου Ματαρέλλα, ο οποίος αντισυνταγματικά εμπόδισε το διορισμό του Πάολο Σαβόνα ως υπουργού οικονομικών.
  • η αφόρητη πίεση της Ε.Ε. μαζί με τις ΗΠΑ προς την Ελλάδα και τα Σκόπια για την υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών ως μέρος της επιθετικής επέκτασης του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια. Αυτή είναι παράνομη (πήγε στην Ελληνική Βουλή χωρίς ο Σκοπιανός πρόεδρος να υπογράψει το νομικό διάταγμα, ενώ το Σκοπιανό δημοψήφισμα δεν ήταν έγκυρο λόγω ανεπαρκούς συμμετοχής). Επίσης αγνοήθηκε η βούληση της πλειοψηφίας των λαών σε Ελλάδα και Σκόπια που ήταν εναντίον της.
  • πλήρης ταύτιση της με την νεοσυντηρητική εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Trump για τη Βενεζουέλα, υποστηρίζοντας το πραξικόπημα του Juan Guaido, εκπρόσωπου των συμφερόντων των πλουσίων και των ΗΠΑ, μέχρι πρόσφατα άγνωστου στην πλειοψηφία των πολιτών. Εφτά μεγάλες χώρες της Ε.Ε. μάλιστα, επέδωσαν τελεσίγραφο (!) στην κυρίαρχη χώρα της Βενεζουέλας να κάνει εκλογές μέσα σε 8 μέρες, ειδεμή θα αναγνώριζαν ως πρόεδρο τον Guaido. Μετά την φυσική άρνηση του πρόεδρου Maduro, το Ευρωκοινοβούλιο σε ψήφισμα του αναγνώρισε ως πρόεδρο τον Guaido, όπως έπραξαν και οι Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ολλανδία, Αυστρία, Δανία, Σουηδία, Φινλανδία, Λουξεμβούργο, Τσεχία και οι 3 Βαλτικές χώρες[3].

Οι λαοί των Ευρωπαϊκών χωρών βλέπουν το βιοτικό τους επίπεδο να υποβαθμίζεται παρά τους λαγούς με πετραχήλια που υπόσχονταν οι οπαδοί της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Βλέπουν τις αποφάσεις για την μοίρα τους να απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τα χέρια τους και να περιορίζεται η ήδη λειψή δημοκρατία που υπήρχε. Βλέπουν τις χώρες τους να εμπλέκονται σε όλο και πιο αποσταθεροποιητικές και επικίνδυνες γεωστρατηγικές περιπέτειες για χάρη του ΝΑΤΟ και μεγάλων οικονομικών συμφερόντων.
Είναι καιρός να γυρίσουν την πλάτη στο Ευρωπαϊκό οικοδόμημα και να ανακτήσουν την εθνική τους κυριαρχία. Να αγωνιστούν για μια ζωή με αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο, κοινωνικά δικαιώματα, πραγματική δημοκρατία και διεθνείς σχέσεις συνεργασίας και ειρήνης.


[1] https://www.dw.com/en/poverty-in-germany-at-its-highest-since-reunification/a-18268757
[2] http://www.pewglobal.org/international-survey-methodology/?year_select=2016
[3] https://www.euractiv.com/section/global-europe/news/eu-leaders-recognise-guaido-in-venezuela/

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

ΤΟ ΡΙΚ ΩΣ ΟΡΓΑΝΟ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ


Μπροστά στον κορυφούμενο Ευρωσκεπτικισμό βλέπουμε και ακούμε διακείμενους φιλικά προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, να προσπαθούν απεγνωσμένα να βρουν τρόπο ώστε να αναδείξουν τη σπουδαιότητα της. Ακόμα και το ΡΙΚ (Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου ) , το κατά τα άλλα μέσο ενημέρωσης όλων των φορολογουμένων Κυπρίων, κυρίως στην τηλεοπτική εκπομπή EU4U προβάλει μονόπλευρα τις απόψεις υπέρ της ΕΕ. Αυτή η πρακτική του ΡΙΚ είναι επαίσχυντη και καταδικαστέα. Θα αναμέναμε κατά το ελάχιστο αμεροληψία ως όφειλε. Καλό θα ήταν στις εκπομπές του για όλα τα θέματα και ιδιαίτερα τα σχετικά με την ΕΕ , να διασταυρώνονται οι απόψεις με τη συμμετοχή εκπροσώπων και της άλλης άποψης ώστε οι τηλεθεατές να κρίνουν και να καταλήγουν στα συμπεράσματα τους. Σημειώστε ότι στην προκειμένη περίπτωση η άλλη άποψη, δηλαδή η Ευρωσκεπτικιστική, είναι μάλιστα, πολύ διαδεδομένη.
 
Αναμένουμε τόσο το ΡΙΚ όσο και η πολιτεία να αναλάβουν τις ευθύνες τους για την ελευθερία έκφρασης και κατά συνέπεια την αντικειμενική ενημέρωση των πολιτών.
 

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΚΙΝΗΜΑ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. ΚΙΝΑΜΕ

Σάββατο 2 Ιουνίου 2018

Εκδήλωση στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου για την νέα γενιά συμφωνιών TTIP CETA TISA.

Ομιλητές: Ο ομοιοπαθητικός και σύμβουλος κυτταρικής ιατρικής Δρ. Γεώργιος Κατσώνης, η δημοσιογράφος Ευρυδίκη Μπερσή και το μέλος του κινήματος μας Βασίλης Επαμεινώνδου.


ΚΙΝΗΜΑ ΑΜΕΣΟΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017

Η κατάλυση του Συντάγματος (περιληπτικό)

Το 2006, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας καταλύθηκε ολοκληρωτικά από το ίδιο το κοινοβούλιο, με μια πραξικοπηματικού χαρακτήρα αναθεώρηση. Μάλιστα, το Σύνταγμα δεν καταλύθηκε για να επιβληθεί ένα άλλο, αλλά στην ουσία καταργήθηκε η ίδια η ύπαρξη πρωτογενούς δικαίου στην Κύπρο. Διότι η τροποποίηση δεν έθεσε μόνο το πρωτογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και οποιουσδήποτε κανονισμούς, οδηγίες, πράξεις και μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που αποφασίζονται από την ΕΕ και τα θεσμικά της όργανα, υπεράνω του Συντάγματος. Η Βουλή, η οποία ψήφισε την παράνομη τροποποίηση, αλλά και ολόκληρο το πολιτικό κατεστημένο που έδωσε την συναίνεσή του, είναι ένοχο για πράξη εσχάτης προδοσίας, με την ευρύτερη σημασία του όρου, ή – αν θέλουμε να μιλήσουμε σε αυστηρά νομική γλώσσα, καθώς ο κυπριακός ποινικός κώδικας δίνει ένα πολύ στενό ορισμό της εσχάτης προδοσίας – είναι ένοχη για εγκλήματα κατά του Συντάγματος και της συνταγματικής τάξης, σύμφωνα με το άρθρο 156 του Συντάγματος αλλά και των άρθρων 36 και 47 του ποινικού κώδικα.

Πως έγινε η κατάλυση του Συντάγματος


Πριν την τροποποίηση, το άρθρο 179 έθετε το Σύνταγμα ως τον ανώτατο νόμο της Δημοκρατίας και δήλωνε ρητώς ότι ούτε η Βουλή, ούτε οποιοδήποτε όργανο, αρχή ή πρόσωπο νομιμοποιείται να πάρει αποφάσεις ασύμφωνες με το σύνταγμα. Επιπλέον, το άρθρο 182, ορίζει ότι, όσα άρθρα του συντάγματος καταγράφονται στο παράρτημα ΙΙΙ, δεν μπορούν με κανένα τρόπο να τροποποιηθούν. Η κατάλυση του Συντάγματος συντελέστηκε με την προσθήκη ενός νέου άρθρου, του 1Α, και της τροποποίησης του άρθρου 179. Το άρθρο 1Α έχει ως ακολούθως:

«Ουδεμία διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από τη Δημοκρατία τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδιά τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από του να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία».

Το άρθρο 179, που έθετε το Σύνταγμα ως τον υπέρτατο νόμο του κράτους, τροποποιήθηκε ως εξής:

«1. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 1Α, το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρατίας. 2. Ουδείς νόμος ή απόφασις της Βουλής των Αντιπροσώπων ή εκατέρας Κοινοτικής Συνελεύσεως ως και ουδεμία πράξις ή απόφασις οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου εν τη Δημοκρατία ασκούντος εκτελεστικήν εξουσίαν ή οιονδήποτε διοικητικόν λειτούργημα δύναται να είναι καθ’ οιονδήποτε τρόπον αντίθετος ή ασύμφωνος προς οιανδήποτε των διατάξεων του Συντάγματος ή προς οποιαδήποτε υποχρέωση επιβάλλεται στη Δημοκρατία ως αποτέλεσμα της συμμετοχής της ως κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση».

Η τροποποίηση αυτή καταργεί την Κυπριακή Δημοκρατία ως ανεξάρτητο κράτος, αφού αφαιρεί από τον κυπριακό λαό την δυνατότητα αυτοθέσμισης και γενικότερα την δυνατότητα λήψης αποφάσεων. Επιτρέπει την μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σε ξένα κέντρα λήψης αποφάσεων, ακόμα και αν αυτό έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα. Πάνω από τη θέληση του λαού, τίθενται οι αποφάσεις ατόμων που δεν ανήκουν σ' αυτόν και τους οποίους δεν επιλέγει ο ίδιος. Τις αποφάσεις αυτές, ο λαός δεν μπορεί, στην πράξη, να τις επηρεάσει με κανένα τρόπο. Άρα, η αναθεώρηση αυτή παραβιάζει ακόμα και το άρθρο 1 του Συντάγματος, που ορίζει τη μορφή του πολιτεύματος ως προεδρική δημοκρατία: «Η Κυπριακή Πολιτεία είναι ανεξάρτητος και κυρίαρχος Δημοκρατία, προεδρικού συστήματος ...».

Τα άρθρα του παραρτήματος ΙΙΙ του Συντάγματος, εκείνα δηλαδή που σύμφωνα με το άρθρο 182 «δεν δύνανται, καθ’ οιονδήποτε τρόπον, να τροποποιηθώσι δια μεταβολής, προσθήκης ή καταργήσεως», παρακάμπτονται μέσω της τροποποίησης του 2006. Αυτό σημαίνει ότι, εκτός από την αφαίρεση από τον κυπριακό λαό της δυνατότητας λήψης αποφάσεων, αλλάζει ο χαρακτήρας του Συντάγματος, με την μετατροπή του από «σκληρό» σε «μαλακό». Τα σύγχρονα συντάγματα διαθέτουν ένα σκληρό πυρήνα, δηλαδή άρθρα που δεν επιδέχονται τροποποίηση, μεταξύ άλλων για να διασφαλίζεται ο δικαιοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματος και να αποτρέπονται θεμελιώδεις αλλαγές από πρόσκαιρες πλειοψηφίες, που μπορούν να αποδιοργανώσουν την πολιτεία. Υπεράνω αυτού το σκληρού πυρήνα, τίθενται με την τροποποίηση οι ευμετάβλητες αποφάσεις των διαφόρων οργάνων της ΕΕ. Τα θεμέλια του πολιτεύματος άλλαξαν, χωρίς ο λαός να ερωτηθεί ή να ενημερωθεί.

Πως δικαιολογήθηκε η τροποποίηση


Οι αναθεωρητές προέβησαν σε νομικές ακροβασίες πρωτοφανούς φαιδρότητας. Το Σύνταγμα του 1960, είχε την ανωμαλία να μην συμπεριλαμβάνει το άρθρο 179, που θεμελιώνει την ίδια του την υπόσταση, στα άρθρα εκείνα που δεν δύναται να τροποποιηθούν! Αυτό το γεγονός χρησιμοποιήθηκε για να αποδοθεί νομιμοφάνεια στην πραξικοπηματική τροποποίηση. Ο κ. Αχιλλέας Αιμιλιανίδης, στο βιβλίο του «Η υπέρβαση του Κυπριακού Συντάγματος» [1], βραβευμένο από ένα ευρωπαϊκά προσανατολισμένο οργανισμό, γράφει: «Αναμφίβολα η τροποποίηση του άρθρου 179 του Συντάγματος αποτελούσε την πλέον ενδεδειγμένη νομοτεχνικά λύση»!

Ωστόσο, ανεξάρτητα από την μη συμπερίληψη του άρθρου 179 στο παράρτημα ΙΙΙ του Συντάγματος, από πλευράς συστηματικής ερμηνείας του (του 179), είναι προφανές ότι οι ίδιοι λόγοι που απαγορεύουν την τροποποίηση των άρθρων του παραρτήματος ΙΙΙ, ισχύουν αναγκαστικά και για το άρθρο 179, καθώς με την αναίρεση της υπόστασης του Συντάγματος ως τον υπέρτατο νόμο του κράτους, επιτρέπουν την de facto αναίρεση των άρθρων του παραρτήματος ΙΙΙ, από ένα οποιοδήποτε κανονισμό ή οδηγία της Ε.Ε. που δε συνάδει με τις διατάξεις τους. Ο ουσιώδης, για την ίδια τη υπόσταση του Συντάγματος, χαρακτήρας του άρθρου 179, επιβάλλει την απαγόρευση της τροποποίησής του. Όπως εξηγεί ο Έλληνας συνταγματολόγος Αντώνης Μανιτάκης:

«Η αυστηρότητα του Συντάγματος δημιουργεί, λοιπόν, ένα ακόμη όριο στην αναθεώρησή του, όριο που η συνταγματική θεωρία κατατάσσει στα σιωπηρά όρια, σε αντιδιαστολή προς τα ρητά ή τυπικά όρια, τα οποία διακρίνονται σε ουσιαστικά και διαδικαστικά. [§] Τα σιωπηρά όρια αποκαλούνται έτσι, διότι δεν δηλώνονται πουθενά ρητά, αλλά προκύπτουν λογικά από την όλη οικονομία και το πνεύμα του άρθρου που αφορά την αναθεώρηση. Είναι, εξάλλου, στενά συνδεδεμένα με τη μορφή του πολιτεύματος και συνάπτονται με την ταυτότητα και τα θεμελιώδη δομικά στοιχεία της συνταγματικής τάξης, στην οποία αναφέρονται [2]».

Να σημειώσουμε εδώ ότι το «πνεύμα» των διατάξεων του Συντάγματος, λαμβάνεται υπόψιν, κατά την ερμηνεία τους, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 180: «Εν περιπτώσει ασαφείας, το Σύνταγμα ερμηνεύεται υπό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου λαμβανομένου υπόψη και του κειμένου των συμφωνιών Ζυρίχης της 11ης Φεβρουαρίου, 1959, και Λονδίνου της 19ης Φεβρουαρίου, 1959, κατά τε το γράμμα και το πνεύμα αυτών». Συνεχίζοντας, ο Δρ. Μανιτάκης αναφέρει:

«Ανακεφαλαιώνοντας, χρειάζεται να επαναλάβουμε ότι, εφόσον αποκλείεται από το Σύνταγμα κάθε συνταγματική μεταβολή που οδηγεί άμεσα ή έμμεσα στην αλλαγή της μορφής και της βάσης του πολιτεύματος, θα πρέπει, κατά λογική ακολουθία, να απορριφθεί και κάθε τροποποίηση της διαδικασίας αναθεώρησης, η οποία καθιστώντας το Σύνταγμα ηπιότερο, καταλήγει, δια της πλάγιας οδού, καταστρατηγώντας μη αναθεωρήσιμη θεμελιώδη συνταγματική διάταξη, στο ίδιο αποτέλεσμα. Δεν υπόκειται, πάντως, σε αναθεώρηση κάθε αρχή ή θεσμός που προσδίδει στο πολίτευμα την ταυτότητά του και εξασφαλίζει τη συνέχειά του. Τα σιωπηρά όρια της αναθεώρησης συνδέονται, επομένως, με τις θεμελιώδεις αρχές ή αξίες του πολιτεύματος και της έννομης τάξης, και αποτελούν μέρος αυτού που η ιταλική θεωρία αποκαλεί πραγματικό Σύνταγμα. Στο πραγματικό σύνταγμα υπάγονται το σύνολο των κανόνων ή αρχών, που, ανεξάρτητα αν είναι ρητά αποτυπωμένοι στο Σύνταγμα, συγκροτούν το σκληρό εκείνο πυρήνα της συνταγματικής τάξης, ο οποίος της εξασφαλίζει αποτελεσματική εφαρμογή, συνέχεια, ερμηνευτική ενότητα και της προσδίδει την ταυτότητά της [3]».

Είναι λοιπόν τόσο από πλευράς νομικής επιστήμης όσο και από πλευράς κοινής λογικής, πως καμιά αναθεωρητική πράξη της βουλής δεν μπορεί να είναι νόμιμη, όταν υποβαθμίζει την ίδια την υπόσταση του Συντάγματος και όταν υποβαθμίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα του λαού. Λυπούμαστε να παρατηρήσουμε πως, όταν ένας νομικός κρίνει μια τέτοια πράξη της βουλής ως «ενδεδειγμένη νομοτεχνικά λύση», αυτό εγείρει ζήτημα επιστημονικής αλλά και ηθικής αρτιότητας για τον ίδιο.

Γιατί ο κυπριακός λαός δεν αντέδρασε


Ο κύριος λόγος για τον οποίο δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση του ίδιου του λαού, είναι, απλούστατα, επειδή δεν ενημερώθηκε ποτέ. Οι περισσότεροι Κύπριοι δεν έχουν καθόλου γνώση του περιεχομένου της τροποποίησης και εκπλήσσονται όταν τους επιστήσει κανείς την προσοχή στα άρθρα 1Α και 179. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί και την πλήρη απουσία οποιασδήποτε αντίστασης από τον πολιτικό και τον νομικό κόσμο της Κύπρου. Έκτος από το ΚΙΝΑΜΕ, δεν υπήρξε μέχρι σήμερα καμιά φωνή που να αναδεικνύει την κατάλυση του Συντάγματος. Κανένας δεν φαίνεται να θέλει να το υπερασπιστεί. Αυτό ισχύει για διάφορους λόγους.

Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ένα δοτό Σύνταγμα, το οποίο ο Κυπριακός λαός αναγκάστηκε να δεχτεί ενόσω ήταν υποτελής σε ένα ξένο κράτος (το Ηνωμένο Βασίλειο) και ως εκ τούτου δεν είναι προϊόν της ελεύθερης του βούλησης. Ο ηγέτης των Ελληνοκυπρίων και πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ', δήλωσε ότι υπέγραψε τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, οι οποίες οδήγησαν στην γέννηση του κράτους και τη σύνταξη του Συντάγματος, στη διαπραγμάτευση των οποίων δεν συμμετείχε, «με το πιστόλι στον κρόταφο», ενώ τον Απρίλιο του 1964 τις κατάγγειλε μονομερώς.

Επιπλέον, το δοτό σύνταγμα δεν λειτούργησε καθόλου. Η αποτυχία του συντάγματος, αντί να αποδοθεί στους σχεδιαστές του, αντί να αποδοθεί σε εκείνους που εξανάγκασαν με εκβιασμούς τον κυπριακό λαό να το δεχτεί, αποδόθηκε στον ίδιο τον Κυπριακό λαό. Από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, είδαμε την ίδια τακτική να επαναλαμβάνεται πολλές φορές, από τις διάφορες ξένες δυνάμεις που παίζουν τα γεωπολιτικά τους παιγνίδια εις βάρος μας: το να μας καθιστούν υπόλογους για όποια απόφαση πήραμε ως λαός, έχοντας να επιλέξουμε ανάμεσα στις επιλογές που εκείνοι σχεδίασαν για μας και που εκβιαστικά έθεσαν ενώπιόν μας.

Η μόνη θεραπεία σε αυτή την συνταγματική ανωμαλία, θα ήταν η Συντακτική Εθνοσυνέλευση του ενιαίου, επανενωμένου κυπριακού λαού, για τη δημιουργία ενός νέου Συντάγματος. Αυτός θα έπρεπε να είναι ο υπέρτατος στόχος μας ως λαός, Ελληνοκυπρίων, Τουρκοκυπρίων και γενικά όλων των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ανεξαρτήτως της θέσης μας στο πολιτικό φάσμα, των θρησκευτικών μας πεποιθήσεων ή της καταγωγής μας. Μια συντακτική εθνοσυνέλευση η οποία θα συνθέσει τις συνιστώσες που αποτελούν το φάσμα των απόψεων του λαού μας, για να δημιουργήσει ένα κράτος θεμελιωμένο πάνω στη δική μας βούληση. Ένα κράτος που θα σχεδιαστεί έτσι ώστε να ενθαρρύνει την συμμετοχή των πολιτών στις διαδικασίες του και του οποίου όλες οι εξουσίες θα πηγάζουν με τον αμεσότερο δυνατό τρόπο από τους ίδιους τους πολίτες.

Το γεγονός ότι το Σύνταγμά μας είναι προϊόν επιβολής, και επειδή, σε μεγάλο βαθμό, οδήγησε στην τραγωδία του 1974, δικαιολογημένα βρίσκεται χαμηλά στην εκτίμηση των Κυπρίων. Αυτό όμως εγγυμονεί μεγάλους κινδύνους. Γιατί η κατάλυση του Συντάγματος, από οποιουδήποτε ντόπιους ή ξένους παράγοντες, οι οποίοι δεν εκπροσωπούν το λαό και τη βούλησή του, όχι μόνο οδηγεί στην υποτέλεια του κυπριακού λαού, αλλά θέτει σε κίνδυνο και την ίδιά του την φυσική υπόσταση. Κατάλυση του Συντάγματος σημαίνει κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, πράγμα που αφήνει τον λαό μας απροστάτευτο και έρμαιο εκείνων που επιβουλεύονται την πατρίδα μας.

Από την άλλη μεριά, έχουμε μια σχεδόν ομόφωνη προσήλωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία ο κυπριακός λαός βλέπει ως προστάτιδα δύναμη απέναντι στην Τουρκιά. Παρόλο τον αντιδημοκρατικό και αντιλαϊκό χαρακτήρα της, παρόλο που η ΕΕ έχει αφαιμάξει οικονομικά τα αδύναμα κράτη του ευρωπαϊκού νότου και προπαντός, παρόλο που έχει καταστρέψει ολοσχερώς την Ελλάδα, όχι μόνο από οικονομικής και θεσμικής άποψης, άλλα σε σημείο γενοκτονίας του Ελληνικού πληθυσμού, παρόλο ακόμα που επέτρεψε στην Τουρκία, να προβεί σε άνευ προηγουμένου ενέργειες και διεκδικήσεις, που παραβιάζουν την εθνική κυριαρχία, τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας, εντούτοις οι Κύπριοι, εθελοτυφλώντας, συνεχίζουν να βλέπουν την ΕΕ ως προστάτιδα δύναμη. Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη ανάλυση του νομικού Νεόφυτου Χατζηλοΐζου, εν όψη της επικείμενης τότε ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ. Ο Νεόφυτος Χατζηλοΐζου, εξετάζοντας σε κείμενό του το 2003 τα αδιέξοδα που θα δημιουργούσε η προσπάθεια προσαρμογής του Συντάγματος ώστε αυτό να επιτρέπει την ένταξη της Κύπρου, έγραφε:

«Στο παράρτημα ΙΙΙ (σε συνδυασμό με το άρθρο 182) του Συντάγματος περιέχεται ο πίνακας των θεμελιωδών διατάξεών του, των οποίων απαγορεύεται η αναθεώρηση. Πολλές από τις διατάξεις αυτές θέτουν φραγμούς και εμπόδια στη συμμετοχή της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η προοπτική συνεπάγεται τη μεταβίβαση μιας διευρυμένης δέσμης αρμοδιοτήτων της Νομοθετικής, Εκτελεστικής και Δικαστικής εξουσίας από την Κύπρο ως κράτους-μέλους στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα όργανά της. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται και στην περίπτωση της Κύπρου είναι αν και πως θα μπορέσει η Δημοκρατία να εξοπλισθεί συνταγματικά, για να συμμετάσχει απρόσκοπτα στη νέα θεσμική ζωή της; Θα αρκούσε για τον σκοπό αυτό η ad hoc ενσωμάτωση στο Σύνταγμα της μιας νέας διάταξης με ευρεία κανονιστική εμβέλεια;
Δεν θα αργήσει να διαφανεί ενόψει της αυστηρότητος και ακαμψίας του Συντάγματος, η στενή σχέση αναλογίας, που θα έχουν οι δυο θεσμοί μεταξύ τους, δηλαδή το Σύνταγμα από την μια, και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα από την άλλη. Η σχέση αυτή θα αναδεικνύει τις όλο και μεγαλύτερες «διαβρώσεις» και «ρωγμές» που θα υφίσταται το Σύνταγμα της Κύπρου, όσο η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση του Νησιού θα προχωρεί όλο και σε μεγαλύτερο βαθμό.
Είναι γεγονός ότι η απουσία μιας διάταξης στο Σύνταγμα, η οποία θα διευθετούσε η θα άφηνε περιθώρια για συνταγματική αποδοχή της ένταξης στην Ευρώπη, παρόμοιας με αυτές που ισχύουν σε άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως π.χ. το άρθρο 28 του Ελληνικού Συντάγματος – οδηγεί σε νομικά αδιέξοδα, δεδομένου ότι από τη μια το Σύνταγμα δεν επιτρέπει την απονομή μέρους των εξουσιών, είτε προέρχονται από τη Νομοθετική, είτε από την Εκτελεστική ή από τη Δικαστική εξουσία, και από την άλλη η ενοποιητική λειτουργιά θα οδηγεί σε «απορρόφηση» από τα κοινοτικά όργανα, των αρμοδιοτήτων που το ίδιο το Σύνταγμα απένειμε στα κρατικά όργανα [4]».

Ο συγγραφέας κατέληγε στο εξής συμπέρασμα:

«Επομένως βρισκόμαστε ενώπιον του διλήμματος Σύνταγμα ή Ευρώπη, δηλαδή ένταξη στην Ευρώπη με οποιοδήποτε κόστος, ακόμη και με παραβίαση θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος, ή διαφύλαξή του ως «κόρη οφθαλμού» και μη προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση».

Η προσωπική του προτίμηση ήταν σαφής:

«Η πραγματικότητα καταδεικνύει ότι η ανάγκη ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπερτερεί της ίδιας της επιταγής του σεβασμού προς το Σύνταγμα και της προστασίας του».

Η προδοσία


Ο κυπριακός ποινικός κώδικας, στο άρθρο 36, δίνει ένα ιδιαίτερα στενό ορισμό της «εσχάτης προδοσίας», αφού περιλαμβάνει μόνο όποιον «ενεργά αναμειγνύεται σε ένοπλες εχθροπραξίες εναντίον της Δημοκρατίας», όποιον παρέχει βοήθεια σε χώρα ή σε ένοπλες δυνάμεις που είναι αναμεμιγμένες σε ένοπλες εχθροπραξίες εναντίον της Δημοκρατίας, ή ανατρέπει με τη χρήση βίας τη νόμιμη Κυβέρνηση της Δημοκρατίας. Η μη βίαιη ανατροπή της συνταγματικής τάξης δεν εμπίπτει επομένως στον ορισμό της εσχάτης προδοσίας. Ήδη το κυπριακό Σύνταγμα, με το άρθρο 156, διαχωρίζει την εσχάτη προδοσία από «αδικήματα κατά του Συντάγματος και της συνταγματικής τάξεως», αν και καθορίζει τις ίδιες, ειδικές διαδικασίες, εκδίκασης των αδικημάτων αυτών.

Πρόκειται βέβαια για μια ιδιαιτερότητα της κυπριακής νομοθεσίας. Για σκοπούς σύγκρισης, ο ελληνικός ποινικός κώδικας δίνει ένα πολύ καλύτερο ορισμό. Μεταξύ άλλων, το άρθρο 134, που φέρει τον τίτλο «εσχάτη προδοσία», περιλαμβάνει (παράγραφος 2) όποιον:

«... επιχειρεί με βία ή απειλή βίας ή με σφετερισμό της ιδιότητάς του ως οργάνου του Κράτους να καταλύσει ή να αλλοιώσει ή να καταστήσει ανενεργό, διαρκώς ή προσκαίρως, το δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία ή θεμελιώδεις αρχές ή θεσμούς του πολιτεύματος αυτού».

Οι θεμελιώδεις αρχές και θεσμοί του πολιτεύματος καθορίζονται στο άρθρο 134α, στο οποίο μεταξύ άλλων περιλαμβάνεται:

«... η αρχή της δέσμευσης του νομοθέτη από το Σύνταγμα και της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας από το Σύνταγμα και τους νόμους».

Με την ευρύτερη έννοια του όρου, η κατάλυση του Συντάγματος και η ανατροπή του πολιτεύματος χωρίς νομιμοποίηση από το λαό (π.χ. με Συντακτική Εθνοσυνέλευση και επικύρωση με δημοψήφισμα), είναι αναμφιβόλως εσχάτη προδοσία [5].

Ως εκ τούτου, η Βουλή και όλα τα όργανα, αρχές και πρόσωπα που εμπλέκονται σ' αυτή την πράξη, ενέχονται σε αδίκημα ανατροπής της συνταγματικής τάξης – και αυτό με την νομική σημασία του όρου. Τα αδικήματα αυτά επισείουν ποινές φυλάκισης, τόσο βάσει του άρθρου 156 του Συντάγματος, όσο και βάσει του άρθρου 47 του ποινικού κώδικα, το οποίο αφορά «ενέργειες σε βάρος της κυριαρχίας της Δημοκρατίας». Πέρα όμως από τις ποινικές ευθύνες, υπάρχουν ηθικές και πολιτικές ευθύνες, οι οποίες απλώνονται σε ολόκληρο το φάσμα του πολιτικού κόσμου της Κύπρου. Ιδιαίτερα όποιος κατείχε πολιτειακά αξιώματα όφειλε από τη θέση του να προσπαθήσει να σταματήσει αυτό το έγκλημα και να το καταγγείλει δημοσίως. Αυτή η ευθύνη βαραίνει βέβαια και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Η καθολικότητα αυτή της ευθύνης δεν την μετριάζει. Είναι ενδεικτική του γεγονότος ότι το πολιτικό μας σύστημα έχει σαπίσει και χρειάζεται να το αλλάξουμε.
  1. Αχιλλεύς Κ. Αιμιλιανίδης, «Η υπέρβαση του Κυπριακού Συντάγματος», εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2006, ISBN 960-445-111-1. Βραβείο «Άννυς Τσάτσου», του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου.
  2. Αντώνης Μανιτάκης, «Κράτος δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας», εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1994, ISBN 960-301-165-7. Βλ. Κεφ.9, σελ. 308
  3. Οπ. π. σελ. 309.
  4. Νεόφυτος Χατζηλοΐζου, «Συνταγματικό δίκαιο και η συνταγματική πραγματικότητα στην Κύπρο», Μάιος 2003.
  5. Π.χ.: «προδοσία (η) [αρχ.] [προδοσιών] 1. η αθέτηση (εκ μέρους κάποιου) των ηθικών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει, κυρ. προκειμένου να εξυπηρετήσει ιδιοτελείς σκοπούς, για λόγους προσωπικού συμφέροντος ΣΥΝ (εκφραστ.) ξεπούλημα 2. η δόλια πρόκληση βλάβης (σε κάποιον/κάτι), κυρ. ευνοώντας τον εχθρό του ή αποκαλύπτοντας το μυστικό του 3. (ειδικότ.) η βλάβη της πατρίδας ή των συμφερόντων της, λ.χ. με μυστική συνεργασία με τους εχθρούς, με παράδοση σε αυτούς τμήματος στρατού, οχυρής θέσεως κλπ., με εγκατάλειψη θέσεως σε ώρα μάχης 4. ΝΟΜ. Εσχάτη προδοσία (α) κάθε πράξη που συνιστά προσβολή του πολιτεύματος (βλάβη, διακινδύνευση ή διατάραξή του), καθώς και κάθε πράξη που στρέφεται κατά της ζωής φορέων πολιτειακών λειτουργημάτων (β) κάθε ενέργεια που στρέφεται κατά της ασφάλειας της πατρίδας και της εθνικής ακεραιότητας». Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ.Μπαμπινιώτη, Γ' έκδοση (τα παραδείγματα έχουν παραληφθεί).