Παρασκευή 13 Απριλίου 2018

Παρουσίαση θέσεων για το Κυπριακό


ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΙΝΗΜΑ ΑΜΕΣΟΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ  (ΚΙΝΑΜΕ ) 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

 
Σας προσκαλούμε στην παρουσίαση των θέσεων μας στο Κυπριακό.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ – ΜΟΝΙΜΗ ΕΙΡΗΝΗ

 
Τετάρτη 25 Απριλίου 2018, στην Ενόραση : Λεωφόρος Μακαρίου 52Α, κτήριο Finbarr's.
Θα ακολουθήσει ανοικτή συζήτηση,

Ώρα προσέλευσης 7:30μμ.    Ώρα έναρξης 7:45μμ. Οι ώρες θα τηρηθούν αυστηρά.

Οι θέσεις μας για το κυπριακό συνοπτικά

1. Εισαγωγή
 
Το κυπριακό πρόβλημα είναι ένα από τα μείζονα ζητήματα που απασχολούν τη χώρα μας και εμείς ως «Πρωτοβουλία για ένα Κίνημα Αμεσοδημοκρατίας» (ΚΙΝΑΜΕ) θεωρούμε τη σωστή επίλυσή του και την επανένωση ως έναν από τους κύριους μας στόχους και βασικό πυλώνα της ανάλυσής μας.

Οι ρίζες του Κυπριακού προβλήματος είναι σύνθετες και φτάνουν αρκετούς αιώνες πίσω. Συνοπτικά, μετά από τρεις αιώνες Οθωμανικής κυριαρχίας η Κύπρος πέρασε στα χέρια των Βρετανών το 1878. Το αίτημα της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού για ένωση με την Ελλάδα σκόνταψε στους αντίθετους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της Βρετανίας. Οι Ελληνοκύπριοι (Ε/Κ) δεν έκαναν αρκετά για να συμπορευτούν με τους Τουρκοκύπριους (Τ/Κ) και να αφουγκραστούν τις επιφυλάξεις τους. Αν και με τη συνθήκη της Λωζάνης (1923) η Τουρκία παραιτήθηκε από αξιώσεις για την Κύπρο, λόγω της επιρροής των παντουρκιστών στην Κύπρο και αργότερα της άμεσης εμπλοκής της Τουρκίας μετά από παρακίνηση των Βρετανών, σπάρθηκε η διχόνοια στο νησί και άρχισε η καλλιέργεια των εθνικισμών.

Τη δεκαετία του ’50 και με τον αγώνα της ΕΟΚΑ, οι διαφορές των Ε/Κ και Τ/Κ ήταν οξυμένες και μαζί με εξωτερικές πιέσεις η Κύπρος πήγε τελικά σε ανεξαρτησία με το δοτό Σύνταγμα του 1960 (Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου). Το Σύνταγμα ήταν διχαστικό και δυσλειτουργικό και οδηγήθηκε στην κατάρρευση, την αποχώρηση των Τ/Κ από την κυβέρνηση και τις βίαιες ταραχές της δεκαετίας του ’60. Μετά το πραξικόπημα στην Κύπρο το 1974 (που υποκίνησε υπό την επιρροή ξένων κέντρων η χούντα στην Ελλάδα), η Τουρκία βρήκε το πρόσχημα να εισβάλει και από τότε το 37% της Κύπρου είναι υπό παράνομη Τουρκική κατοχή. Ακολούθησε μαζικός εποικισμός από την Τουρκία και δημογραφική αλλοίωση του πληθυσμού. Οι Τ/Κ ζουν πλήρως εξαρτημένοι πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά στο λεγόμενο κράτος που ανακηρύχθηκε το 1983 στις κατεχόμενες περιοχές και το οποίο αναγνωρίζει μόνο η Τουρκία. Οι Ε/Κ ζουν υπό τον φόβο της Τουρκίας, η Κύπρος διαρκώς εμποδίζεται και παρενοχλείται στην άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της και διαρκώς υφίσταται Τουρκικές απειλές και προκλήσεις. Από το 1977 και έπειτα, διεξάχθηκαν αρκετοί κύκλοι συνομιλιών οι οποίοι δεν κατέληξαν σε υπογραφή λύσης μέχρι σήμερα. Tο 2004 απορρίφθηκε σε δημοψήφισμα από το 76% των Ε/Κ το σχέδιο Ανάν, που ήταν μια λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας με περισσότερα διχαστικά στοιχεία ακόμα και από το Σύνταγμα του 1960.
 
2. Λαός και Κοινότητες
 
Το κριτήριο για τη μορφή της όποιας λύσης θα πρέπει να είναι το συμφέρον του κυπριακού λαού και μόνο ο λαός μας δικαιούται να πάρει αποφάσεις για τη λύση αυτή. Αντιλαμβανόμαστε τον όρο «κυπριακός λαός» ως εξής: ο κυπριακός λαός, ως πολιτική οντότητα, είναι ένας και αδιαίρετος. Υπάρχει μόνο μια ιθαγένεια, η κυπριακή. Οι Κύπριοι είναι ίσοι μεταξύ τους, σε όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής: στο ιδιωτικό, στο κοινωνικό και στο πολιτικό επίπεδο. Όλοι έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις έναντι του νόμου. Κανένας πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν κατέχει οποιαδήποτε προνόμια, ούτε τυγχάνει ιδιαίτερης μεταχείρισης από την πολιτεία, λόγω της εθνοτικής του ταυτότητας, της θρησκείας ή της γλώσσας του.

Ως κοινότητες αναγνωρίζονται η ελληνική, η τουρκική, η μαρωνίτικη, η αρμένικη και η κοινότητα των Λατίνων. Οι κοινότητες των Μαρωνιτών, των Αρμενίων και των Λατίνων, υπάγονται στην ελληνική κοινότητα. Οι κοινότητες είναι εκείνες που προσδιορίζονται από το Σύνταγμα του 1960 και τη Συνθήκη Εγκαθιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων ανάμεσα στις κοινότητες των Μαρωνιτών, των Αρμενίων και των Λατίνων, που οδήγησαν στην υπαγωγή τους στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Όλα τα δικαιώματα που αφορούν την αλλαγή κοινότητας ενός οποιουδήποτε πολίτη, καθώς και την αλλαγή της υπαγωγής μιας από τις τρεις προαναφερθείς κοινότητες, μέσω εσωτερικών δημοψηφισμάτων, από την ελληνική στην τουρκική κοινότητα, ή αντίστροφα, διατηρούνται. Διευκρινίζεται ότι, οι κοινότητες δεν αποτελούν σε καμιά περίπτωση ξεχωριστούς λαούς, αλλά συνιστώσες του αδιαίρετου κυπριακού λαού. Κανένα άλλο κράτος, πέραν της ΚΔ, δεν μπορεί να έχει λόγο πάνω στα εσωτερικά ζητήματα του κυπριακού λαού.
 
3. Απόρριψη της Ομοσπονδίας και επιλογή λύσης ενιαίου κράτους
 
Η Ομοσπονδία είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνονται συνομιλίες για λύση του κυπριακού μετά την Τουρκική εισβολή του 1974 και κατοχή του βορείου τμήματος του νησιού. Πρόκειται για το πλαίσιο που απαίτησε η ίδια η Τουρκία και που οι Ε/Κ ηγεσίες το δέχθηκαν υπό τις περιστάσεις, χωρίς να δώσουν τη δυνατότητα στο λαό (Ε/Κ και Τ/Κ) να εκφράσει άποψη. Σαν μορφή καθεστώτος για την Κύπρο, η ομοσπονδία είχε ήδη εμφανιστεί σε αγγλικά σχέδια της δεκαετίας του ’50. Τουλάχιστον από το 1956, μετά τις εκθέσεις του Νιχάτ Ερίμ, η Τουρκία τη θεωρούσε συμβατή με τα συμφέροντα και τους σχεδιασμούς της. Οι εκθέσεις Νιχάτ Ερίμ[1] αποτέλεσαν τη βάση χάραξης της πάγιας γεωστρατηγικής της Τουρκίας για την Κύπρο και την Α. Μεσόγειο. Οι βασικές κατευθύνσεις της ακολουθούνται από όλες τις τουρκικές κυβερνήσεις έκτοτε. Η κυριότερη από αυτές είναι ότι η Τουρκία πρέπει να είναι ο μόνος ρυθμιστής θεμάτων ασφάλειας στην περιοχή. Δηλαδή, η Τουρκία προσδοκά στον έλεγχο ολόκληρης της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, τουλάχιστο σε επίπεδο γεωπολιτικής επιρροής. Εξυπακούεται πως η Κύπρος θα είναι στην καλύτερη περίπτωση ένα προτεκτοράτο αν δεν ελέγχεται πλήρως. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, στερεί από τους Κύπριους το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, εξουδετερώνει κάθε δυνατότητα άσκησης εξωτερικής πολιτικής και τελικά επιτρέπει στην Τουρκία να επεμβαίνει στα εσωτερικά του κράτους. Απειλεί την ίδια την επιβίωση των Κυπρίων και ιδιαίτερα των Ε/Κ, ενώ διαιωνίζεται η εξάρτηση και η καταπίεση των Τ/Κ από την Τουρκία (που επί Ερντογάν όλο και αυξάνεται).
 
Αν και υποδύεται τον προστάτη, η Τουρκία καθόλου δεν νοιάζεται για την ευημερία των Τ/Κ. Αυτό αποδεικνύεται από την πολιτική καταπίεση, τη φίμωση του τύπου, την προσπάθεια αλλοίωσης της κουλτούρας και θρησκευτικού ελέγχου τους. Το πόσο κυνικά η Τουρκία βλέπει ως απλό εργαλείο γεωπολιτικής τις «τουρκικές μειονότητες» σε άλλα κράτη, φαίνεται σε βιβλίο όπου καταγράφονται οι γεωπολιτικές βλέψεις της Τουρκίας, του καθηγητή πολιτικών επιστημών Αχμέτ Νταβούτογλου[2], μετέπειτα υπουργού εξωτερικών και πρωθυπουργού της Τουρκίας επί Ερντογάν. Η στενή γειτνίαση της Κύπρου με την Τουρκία, η απουσία επαρκούς κυπριακού στρατού μετά τη λύση και η επιρροή των εποίκων εξασφαλίζουν πως με την ομοσπονδία το θέμα της ασφάλειας ολόκληρης της χώρας και της γύρω περιοχής, παραδίδεται πλήρως στην Τουρκία όπως αυτή διακαώς επιδιώκει.
 
Πέραν από τον τομέα της ασφάλειας, η Ομοσπονδία επιτρέπει την επέκταση της τουρκικής επιρροής και στα εσωτερικά ολόκληρης της Κύπρου και λόγω της δομής που θα έχει το κράτος. Η Τ/Κ κοινότητα, τουλάχιστο από το 1974 και μετά, ελέγχεται πλήρως από την Τουρκία. Οποιαδήποτε λύση συντηρεί το διαχωρισμό που σχεδίασε από το 1956 ο Νιχάτ Ερίμ, διατηρεί αυτό τον έλεγχο της Τουρκίας πάνω στους Τ/Κ. Η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού στα κατεχόμενα είναι έποικοι ή Τούρκοι πολίτες με άδεια παραμονής και σχεδόν όλοι θα παραμείνουν σε λύση Ομοσπονδίας. Ακόμα, οι 60+ διμερείς συμφωνίες ψευδοκράτους-Τουρκίας θα ενσωματωθούν στη λύση, και τα Τουρκικά συμφέροντα θα αλωνίζουν (μάλιστα η Τουρκία απαιτεί και τις τέσσερεις ελευθερίες της Ε.Ε.[3] για τους πολίτες της). Οι Ε/Κ θα υποτάσσονται στην τουρκική επιρροή κάνοντας διαρκώς παραχωρήσεις υπό την απειλή της παράλυσης του κράτους. Ακόμα και με τις καλύτερες προθέσεις, οι προτεινόμενες δομές (νομοθεσία, δικαστικό σύστημα, εκτελεστική εξουσία, οικονομία, διεθνείς σχέσεις) κάνουν το κράτος βαθιά δυσλειτουργικό. To ΚΙΝΑΜΕ δεν αποδέχεται σε καμία περίπτωση λύση που επιτρέπει την τουρκική επιρροή επί της Κύπρου.
 
Η λεγόμενη «πολιτική ισότητα» ανάμεσα στις δύο κοινότητες, αντιστοιχεί σε ανισότητα ανάμεσα στους πολίτες. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι η Τ/Κ κοινότητα περιλαμβάνει το 20% των πολιτών, ενώ η Ε/Κ το 80%. Αν οι δύο κοινότητες έχουν συνολικά ισοδύναμη ψήφο, αυτό σημαίνει ότι η ψήφος ενός Τ/Κ ισοδυναμεί με τις ψήφους τεσσάρων Ε/Κ. Ο λόγος που δίνεται είναι η αποτροπή παραγκωνισμού των Τ/Κ από τις πολιτικές διαδικασίες και της δυσμενούς μεταχείρισης τους. Η αποδοχή αυτής της ανισότητας όμως (όπως και των βέτο, εκ περιτροπής προεδρίας, ευνοϊκών ποσοστώσεων κ.λπ.), για όλα τα ζητήματα υποσκάπτει τη δημοκρατία και δημιουργεί προνομιούχους πολίτες. Τέτοια προνόμια δημιουργούν το αίσθημα αδικίας και καχυποψίας ανάμεσα στις δύο κοινότητες, διαρρηγνύοντας την ενότητα του λαού.
 
Η ομοσπονδία είναι ένας ρατσιστικός διαχωρισμός της κυπριακής κοινωνίας, βάση της εθνοτικής προέλευσης των πολιτών που θα φέρει τη μισαλλοδοξία και την άνοδο των εθνικισμών. Δημιουργεί δύο ξεχωριστούς λαούς, με διαφορετικές νομικές προσωπικότητες, που είναι έτοιμοι να διαχωριστούν μεταξύ τους, μόλις οποιοιδήποτε εσωτερικοί ή εξωτερικοί παράγοντες σαμποτάρουν τη λειτουργία του κράτους. Μια κατάρρευση, που θεωρούμε αρκετά πιθανή, θα οδηγήσει σε διχοτόμηση ή/και βίαιες ταραχές.
 
Πέραν από τα πιο πάνω, θεωρούμε λανθασμένο το επιχείρημα, πως πολλές άλλες χώρες είναι ομοσπονδιακές. Η πλειοψηφία των κατοίκων ομοσπονδιών, ζουν σε χώρες τεράστιες σε έκταση και πληθυσμό όπως οι ΗΠΑ, Ρωσία, Ινδία και Γερμανία. Τα ομόσπονδα κρατίδια είναι διοικητικές περιφέρειες με περιορισμένη αυτονομία, χωρίς ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, και χωρίς πολιτικές ανισότητες βάσει της εθνοτικής προέλευσης. Η μικρή Κύπρος δεν χρειάζεται τέτοιο σύστημα. Οι ομοσπονδίες σε μικρότερες χώρες συνήθως επιβάλλονται μετά από Ιμπεριαλιστικούς πολέμους, όπως στη Βοσνία και στο Ιράκ, και καταλήγουν σε δυσλειτουργικά προτεκτοράτα με τη μόνιμη απειλή κατάρρευσης ή/και βίαιων ταραχών.
 
Η δική μας θέση είναι πως πρέπει ενωμένος ο λαός, Ε/Κ και Τ/Κ να επιδιώξει μια λύση ενιαίου κράτους. Η λύση αυτή, δεν πρέπει να διαχωρίζει εδαφικά τον κυπριακό λαό. Αυτό επιτρέπει την επιστροφή όλων των προσφύγων και από τις δύο κοινότητες. Οδηγεί σε έναν ανάμικτο πληθυσμό, πράγμα απαραίτητο για να αποκατασταθούν οι σχέσεις ανάμεσα στους πολίτες των δύο κοινοτήτων. Δεν διαιωνίζει το αίσθημα αδικίας που νιώθουν όσοι εκτοπίστηκαν με τη βία από τα σπίτια και τις περιουσίες τους. Ούτε συντηρεί την καχυποψία μεταξύ των δύο πλευρών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ομοσπονδίας. Η λύση που προτείνουμε δεν προωθεί τον εθνικισμό, ούτε τις αποσχιστικές τάσεις. Με την επιλεκτική απόδοση αρμοδιοτήτων στις κοινοτικές συνελεύσεις του κράτους, η ανισότητα – που δημιουργείται από τις αποφάσεις σε κοινοτικό επίπεδο – περιορίζεται σε λίγα ειδικά ζητήματα, που από τη φύση τους την δικαιολογούν και την χρειάζονται (βλέπε 4.2.). Χωρίς τις διχαστικές πρόνοιες του Συντάγματος του 1960, που σχεδιάστηκαν για να το κάνουν να αποτύχει, η λειτουργία του κράτους δε θα σαμποτάρεται στο κάθε της βήμα. Ούτε θα παρακωλύεται από μια περίπλοκη γραφειοκρατική διαδικασία, η οποία θα δημιουργεί παντού τριβές και συγκρούσεις, όπως θα γίνεται με την Ομοσπονδία. Θα οδηγήσει σε ένα λειτουργικό κράτος, χωρίς καταπίεση της οποιασδήποτε πλευράς, με δικλείδες και ρυθμίσεις που επαρκώς απαντούν στις ανησυχίες και εγγυώνται την ασφάλεια και των δύο κοινοτήτων.
 
Κυκλοφορεί ευρέως η άποψη ότι η ομοσπονδία είναι η μόνη εφικτή λύση, γιατί καμιά άλλη λύση δεν πρόκειται να γίνει αποδεχτή από την Τουρκία. Το σκεπτικό αυτό είναι λανθασμένο. Λύση που επιτρέπει στην Τουρκία να πραγματώσει τις προσδοκίες της, εμείς δεν πρέπει να δεχτούμε, αφού θεωρούμε αδύνατο ταυτόχρονα να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της τουρκικής άρχουσας τάξης και τα συμφέροντα του κυπριακού λαού. Είναι λάθος να θεωρείται η όποια λύση (που άπαξ και υπογραφεί είναι μη αναστρέψιμη), αυτόματα καλύτερη από το στάτους κβο. Η λύση του ενιαίου κράτους απαιτεί την κάμψη της Τουρκίας από μακροπρόθεσμο παλλαϊκό κοινό αγώνα Ε/Κ και Τ/Κ με διεθνείς συμμαχίες και στρατηγικό σχεδιασμό. Δεν δεσμευόμαστε για ομοσπονδία από κάποια συνθήκη (οι «συμφωνίες» Μακαρίου-Ντεκτάς (1977) είναι καταγραφή θέσεων). Κάποιοι ταυτίζουν το ενιαίο κράτος με τον εθνικισμό επειδή δεν προτάθηκε στους Τ/Κ από ένα κίνημα επαναπροσεγγιστικό και με περιεχόμενο που να διασφαλίζει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες τους. Επίσης η διεθνής μας πολιτική είναι βασισμένη στη μοιρολατρία και το δόγμα «ανήκωμεν εις την Δύση» που μας κρατούν δέσμιους στην εξωτερική πολιτική της Ε.Ε. και μέσω της συνθήκης PESCO και του ΝΑΤΟ. Αυτό περιορίζει δραματικά τις διεθνείς συνεργασίες που μπορούμε να επιδιώξουμε και μας καθιστά γεωπολιτικούς εχθρούς με χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα και το Ιράν.
 
Πιστεύουμε ότι ο ελεύθερος και επανενωμένος κυπριακός λαός, πρέπει να ασκήσει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσής του, μέσα από τις δημοκρατικές διαδικασίες μιας συντακτικής εθνοσυνέλευσης, η οποία θα ορίσει ένα νέο σύνταγμα. Το νέο σύνταγμα θα αποτελέσει τη βάση λύσης του κυπριακού, το οποίο αφορά μόνον τον κυπριακό λαό και κανέναν άλλο.
 
Περισσότερα για τη διαδικασία λύσης λέμε στην 4.1., ενώ στις παραγράφους 4.2.-4.7. παρουσιάζουμε τις θέσεις και απόψεις μας για σημαντικές πτυχές του ενιαίου κράτους.
 
4.1. H εξασφάλιση της τήρησης του Συντάγματος και της συμφωνημένης λύσης
 
Η λύση του κυπριακού, περιλαμβάνει κατ' ανάγκην μια διεθνή Συνθήκη και ένα νέο Σύνταγμα. Σε αντίθεση με εκείνο του 1960, που επιβλήθηκε στον κυπριακό λαό από ξένα κράτη, οι Κύπριοι πρέπει αυτήν την φορά να δημιουργήσουν το δικό τους Σύνταγμα. Για να εκφράζεται σ' αυτό η θέληση του λαού, πρέπει να είναι αποτέλεσμα ενδελεχούς κοινωνικού διαλόγου, να συνταχτεί από μια Συντακτική Εθνοσυνέλευση με ευρεία εκπροσώπηση από όλα τα στρώματα της κοινωνίας, και να επικυρωθεί με δημοψήφισμα. Από την άλλη, το κυπριακό δεν μπορεί να λυθεί μόνο από τους Ελληνοκυπρίους ή μόνο από τους Τουρκοκυπρίους. Η υφιστάμενη διαίρεση μπορεί να αρθεί, μόνο εφόσον οι δύο πλευρές συμφωνήσουν. Αυτό σημαίνει ότι η λύση και το νέο Σύνταγμα θα πρέπει να εγκριθεί και από τις δύο κοινότητες, σε χωριστά δημοψηφίσματα.
 
Αμέσως όμως τίθεται το ερώτημα, πως εξασφαλίζονται οι Τ/Κ, όντας μειοψηφία, από μια μεταγενέστερη, συνολική αναθεώρηση του Συντάγματος, η οποία θα αναιρέσει τη συμφωνηθείσα λύση. Οι Τ/Κ δεν εξασφαλίζονται από ένα σκληρό Σύνταγμα, που απαγορεύει τη συνολική του αναθεώρηση. Συχνά οι ισορροπίες δυνάμεων, η εξέλιξη των κοινωνιών και οι νέες αναγκαιότητες που δημιουργεί η ιστορία, καθιστούν την αναθεώρηση, εκ των πραγμάτων αναπόφευκτη. Γι' αυτό, εμείς προτείνουμε το Σύνταγμα να προβλέπει και να καθορίζει τη διαδικασία συνολικής του αναθεώρησης. Η διαδικασία θα περιλαμβάνει, ευρύ κοινωνικό διάλογο, Συντακτική Εθνοσυνέλευση και χωριστά δημοψηφίσματα. Φόβοι που εκφράζονται από τους Τ/Κ, όπως η πιθανότητα ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, ή οποιαδήποτε δυνατότητα της ελληνικής πλειοψηφίας να τους καταπιέσει, μπορούν να καθησυχαστούν, εντάσσοντας τις κατάλληλες πρόνοιες μέσα στα θεμελιώδη άρθρα.
 
Η συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών θα γίνει μέσω της υπογραφής μιας διεθνούς Συνθήκης, η οποία μάλιστα θα περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις αναθεώρησης του Συντάγματος, ούτως ώστε οποιαδήποτε μονομερής αναθεώρηση να καθίσταται άκυρη και παράνομη.
 
4.2. Κοινοτικές Συνελεύσεις περιορισμένης μορφής (αποφάσεις στο κοινοτικό επίπεδο)
 
Η διαίρεση που επέβαλαν στον κυπριακό λαό τα ξένα συμφέροντα και οι ντόπιοι, εκούσιοι ή ακούσιοι, υπηρέτες τους, μαζί με την προπαγάνδα, έχουν καλλιεργήσει ένα κλίμα καχυποψίας ανάμεσα στις δυο κοινότητες. Αυτό δεν είναι συνετό να το αγνοήσει κανείς. Έχουμε ήδη αναφερθεί στην ανάγκη λήψης μέτρων.
 
Παρόλο που τασσόμαστε ενάντια στην πολιτική ισότητα μεταξύ των δυο κοινοτήτων, ως θεμελιώδη αρχή, υπάρχουν εντούτοις ορισμένοι τομείς όπου πράγματι χρειάζεται. Ακόμα, χρειάζεται για ορισμένα ζητήματα που αφορούν την κάθε κοινότητα ξεχωριστά, να λαμβάνονται ξεχωριστές αποφάσεις. Για να μπορεί αυτό να επιτελείται, απαιτείται η θεσμοθέτηση των κατάλληλων οργάνων. Τα όργανα αυτά είναι οι Κοινοτικές Συνελεύσεις.
 
Οι αποφάσεις σε κοινοτικό επίπεδο θα περιορίζονται αυστηρά σε συγκεκριμένα θέματα που από τη φύση τους αυτό δικαιολογείται. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με δημοκρατικές διαδικασίες. Οι αντιπρόσωποι των κοινοτήτων είναι ανακλητοί. Για τα σημαντικά θέματα, διεξάγονται κοινοτικά δημοψηφίσματα.
 
Οι πολίτες που ανήκουν σε κάθε κοινότητα, αποφασίζουν ξεχωριστά για ζητήματα που αφορούν αποκλειστικά τη δική τους κοινότητα, όπως για παράδειγμα, ζητήματα γλώσσας, θρησκείας και κουλτούρας, καθώς και για ζητήματα εθνικών εορτών και εκδηλώσεων.
 
4.3. Σχολεία και εκπαίδευση
 
Το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να διαμορφώνει άτομα που να μπορούν να είναι ενεργοί και ενημερωμένοι πολίτες και να τους παρέχει κατάρτιση για τη συμμετοχή τους στην οικονομία. Επιπλέον όμως διαμορφώνει συνειδήσεις, νοοτροπίες και κοινωνικές σχέσεις, άρα ο ρόλος του είναι κομβικός για μια αρμονικά επανενωμένη Κύπρο και χρήζει προσεκτικού σχεδιασμού.
 
Τα σχολεία, όπου είναι δυνατόν, είναι μικτά και δίγλωσσα. Κάθε μαθητής διδάσκεται στη μητρική γλώσσα της κοινότητας στην οποία ανήκει. Κάθε μαθητής διδάσκεται ως δεύτερη γλώσσα, τη γλώσσα της άλλης κοινότητας. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί χωρίς να μιλάμε ο ένας τη γλώσσα του άλλου, δεν υπάρχει ουσιαστική επικοινωνία, και χωρίς επικοινωνία δεν υπάρχει επανένωση. Τα μαθήματα κοινού κορμού έχουν κοινή ύλη, η οποία αποδίδεται και στις δύο γλώσσες. Αυτό είναι σημαντικό για να υπάρχει κοινή παιδεία. Μαθήματα που αφορούν την ίδια τη γλώσσα, αναγκαστικά είναι ξεχωριστά.
 
Ιδιαίτερη αντιμετώπιση χρειάζεται η ιστορία, η οποία απαραιτήτως είναι μάθημα κοινού κορμού. Πριν να διδαχτεί, η ιστορία πρέπει να εξεταστεί προσεχτικά. Το κράτος επιχορηγεί την έρευνα από καταξιωμένους Κύπριους ιστορικούς. Η ιστορία γράφεται βάσει ιστορικών τεκμηρίων και αποδείξεων, και όχι με βάση πολιτικές ή εθνικιστικές σκοπιμότητες. Ωστόσο, η έγκριση της επίσημης ιστορίας, όπως αυτή διδάσκεται μέσα από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα όλων των βαθμίδων, γίνεται κατόπιν ξεχωριστής απόφασης ανάμεσα στους ειδικούς που προέρχονται και από τις δύο κοινότητες. Οι ιστορικοί εντέλλονται με την αποστολή να φανερώσουν γυμνή την ιστορική αλήθεια. Όλες οι παρεκτροπές, οι ακρότητες και οι συνωμοσίες του παρελθόντος, πρέπει να βγουν στην επιφάνεια. Μόνο μέσα από τη διαφάνεια και τη γνώση, μπορεί ο κυπριακός λαός να αφήσει πίσω του όλα τα λάθη του παρελθόντος. Χρειάζεται να τα ξέρει, για να μην τα επαναλάβει.
 
Τα θρησκευτικά δεν αποτελούν μάθημα κοινού κορμού. Δεν μπορούν να είναι υποχρεωτικά, επειδή είναι απαράδεχτο έστω και ένα παιδί να υφίσταται θρησκευτική κατήχηση διαφορετικής θρησκείας από τη δική του. Ανάμεσα στις δύο κοινότητες υπάρχουν πολίτες διαφορετικού θρησκεύματος, άθεοι και πρόσωπα που δεν ανήκουν σε οργανωμένη θρησκεία. Η διδασκαλία των θρησκευτικών πρέπει να γίνεται κατόπιν επιλογής των παιδιών και των γονιών τους, στη θρησκεία που οι ίδιοι επιλέγουν.
 
Οι μαθητές και των δύο κοινοτήτων, βρίσκονται στους ίδιους χώρους τα διαλείμματα, συμμετέχουν σε κοινές εκδρομές και κοινές σχολικές δραστηριότητες.
 
4.4. Το θέμα της επιρροής / επεμβατικότητας της Τουρκίας
 
Μια αποδεκτή λύση πρέπει να αποτρέπει την επεμβατικότητα και γεωπολιτική επιρροή της Τουρκίας στην Κύπρο. Αυτό πρέπει να είναι κόκκινη γραμμή για τον κυπριακό λαό. Ορισμένα μέτρα που εισηγούμαστε είναι τα εξής: α) Η διεθνής συνθήκη που αναφέραμε στο 4.1. αφαιρεί τη νομιμότητα μονομερούς ανατροπής της λύσης, στερώντας έτσι από την Τουρκία τις προφάσεις για να προβάλει αξιώσεις προς όφελος δήθεν των Τ/Κ, β) Αποκλείονται εγγυήσεις από άλλες χώρες ή συμμαχίες, γ) Ύπαρξη κυπριακών ενόπλων δυνάμεων με ουσιαστική δύναμη αποτροπής, δ) Διεθνείς συμμαχίες σε θέματα ασφάλειας που να ενισχύουν τη δύναμη αποτροπής των ενόπλων δυνάμεων, ε) Έλεγχος των εποίκων και αλλοδαπών που με τη λύση θα πολιτογραφηθούν ως Κύπριοι με σκοπό το φιλτράρισμα εκείνων με ουσιαστική συμβολή στην εισβολή και κατοχή, ειδικά ατόμων που σχετίζονται με τον στρατό, μυστικές υπηρεσίες, παραστρατιωτικές οργανώσεις και την πολιτική εξουσία της Τουρκίας, και οποιονδήποτε αποτελεί απειλή για την ασφάλεια της χώρας, και στ) Για πολιτογράφηση εποίκων με τη λύση να απαιτείται από αυτούς τόσο η υπογραφή δεσμευτικού εγγράφου που απορρίπτει τις αξιώσεις άλλων χωρών στην Κύπρο, όσο και η αποκήρυξη της υπηκοότητας τους σε άλλες χώρες.
 
4.5. Οικονομία
 
Το οικονομικό κόστος της λύσης θα είναι μεγάλο και πρέπει να αποφύγουμε την παγίδα να καλυφθεί με νέα δυσβάσταχτα χρέη είτε προς τις αγορές είτε προς οργανισμούς όπως η Ε.Ε. που συνεπάγεται και μνημόνια, η Παγκόσμια Τράπεζα κ.λπ. που προϋποθέτουν νέα μέτρα και δεσμεύσεις. Αυτό – μαζί με το υπάρχον χρέος δημόσιο και ιδιωτικό – θα οδηγούσε σε ξεπούλημα δημοσίων πόρων / υποδομών και υπερ-φορολόγηση των πολιτών, δηλαδή οικονομική καταστροφή. Η χρηματοδότηση δύναται να γίνει από αμοιβαία επωφελείς συμφωνίες με τρίτα μέρη (χωρίς υπερβολική εξάρτηση από το καθένα) και από την ίδια την ανάπτυξη της οικονομίας. Σε καμία περίπτωση το νέο κράτος δεν πρέπει να αναλάβει τα χρέη τραπεζών και θυγατρικών εταιρειών της Τουρκίας στα κατεχόμενα, ούτε να δεχθεί τη λογική της Τουρκίας να την αποζημιώσουμε για υποδομές που παράνομα ανέπτυξε ή βελτίωσε.
 
Θα χρειαστεί μια μακροπρόθεσμη πολιτική με εκτενή και προσεκτικό σχεδιασμό για μια ομαλή μετάβαση σε μια ενιαία οικονομία στην οποία το βιοτικό επίπεδο του λαού θα διατηρηθεί και θα βελτιωθεί. Τομείς στους οποίους προκύπτουν μείζονα ζητήματα είναι: οι υποδομές, παιδεία, κοινωνική σύγκλιση, εργασιακά, θεσμική και λειτουργική εναρμόνιση κ.ά. Μια τέτοια πολιτική θα πρέπει να καταπιάνεται και με τα άλλα μεγάλα προβλήματα της κυπριακής οικονομίας (δηλ. είναι παρασιτικού τύπου, εύθραυστη, υποτελής σε τρίτους, χωρίς στρατηγική, με μεγάλη διαφθορά και με κοινωνική ανέχεια και ανισότητες). Αναφέρουμε περισσότερα στις Καταστατικές Θέσεις[4] μας, και συν τω χρόνω θα προβούμε σε εκτενέστερη ανάλυση.
 
Το ενιαίο κράτος θα έχει σημαντικές εξοικονομήσεις στο δημόσιο τομέα γλυτώνοντας από τα έξοδα των πολλαπλών διοικήσεων. Επωφελείται από τις οικονομίες κλίμακας και τον καλύτερο σχεδιασμό μιας ενιαίας οικονομίας. Αποφεύγει τη δυσλειτουργικότητα, τα κοινωνικά προβλήματα και εθνοτικές εντάσεις που προκύπτουν από δύο ημι-ανεξάρτητες, ανταγωνιστικές οικονομίες μιας Ομοσπονδίας.
 
4.6. Έποικοι / Περιουσιακό
 
Ο εποικισμός αποτελεί βασικό πυλώνα της στρατηγικής της Τουρκίας για τον έλεγχο της Κύπρου. Είναι έγκλημα πολέμου με βάση το διεθνές δίκαιο. Για να είναι βιώσιμο το κράτος μετά τη λύση (από πλευράς ασφάλειας, λειτουργικότητας, οικονομίας) πρέπει οι έποικοι που θα παραμείνουν να είναι σημαντικά λιγότεροι από τους Τ/Κ, και να πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια και διαδικασίες. Για το θέμα των εποίκων έχουμε εκτενείς αναλυτικές θέσεις στον ιστότοπό μας[5].
 
Στο περιουσιακό είμαστε αντίθετοι με το δικαίωμα του χρήστη, αφού το δικαίωμα του ιδιοκτήτη είναι κατοχυρωμένο από το διεθνές δίκαιο και το χάρτη ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Είμαστε αντίθετοι σε περιορισμούς εγκατάστασης, αφού αυτοί απορρέουν από το πνεύμα διαχωρισμού του λαού.
 
4.7. Ασφάλεια / Άμυνα / Εξωτερική Πολιτική
 
Μια ανεξάρτητη χώρα, ειδικά στη γεωγραφική περιοχή που βρίσκεται η Κύπρος και σε μια εποχή μεγάλων και ραγδαίων γεωπολιτικών αλλαγών και αστάθειας, επιβάλλεται να έχει επαρκείς δυνάμεις Άμυνας και αποτροπής. Οι διεθνείς συμμαχίες πρέπει να είναι βοηθητικές, χωρίς όμως να είμαστε υπό εξάρτηση, και κατηγορηματικά αποκλείονται εγγυήτριες δυνάμεις. Ο Στρατός και οι Δυνάμεις Ασφαλείας πρέπει να έχουν μία και ξεκάθαρη αποστολή: την προστασία της ακεραιότητας και κυριαρχίας της χώρας και του λαού της. Δεν πρέπει να είναι βραχίονας ξένων συμφερόντων, είτε της Δύσης είτε άλλων. Η σύσταση τους, εξοπλισμοί / υποδομές, καθώς και οι συμμαχίες και συνθήκες που θα συμμετέχει η Κύπρος πρέπει να προκύπτουν με γνώμονα αυτή την αποστολή.
 
Όσον αφορά στο αίσθημα ασφάλειας μεταξύ των κοινοτήτων, αυτό εξασφαλίζεται με κοινή συμμετοχή Ε/Κ και Τ/Κ στο στρατό και υπηρεσίες ασφαλείας, με μικτές μονάδες σε όσο πιο χαμηλά κλιμάκια είναι εφικτό. Θα μπορούσαν να υπάρχουν δυνάμεις του ΟΗΕ ως παρατηρητές σε όλο το νησί.
 
Η εξωτερική πολιτική πρέπει να έχει στόχο την ασφάλεια της χώρας και του λαού της και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της μάζας του λαού, πάντα μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και του Διεθνούς Δικαίου. Πρέπει να είναι πολυσχιδής για να αποφεύγεται η εξάρτηση και να έχουμε καλύτερη διαπραγματευτική δύναμη πάντα με κριτήρια τις αξίες που θα πρεσβεύει το νέο Σύνταγμα μας και μέσα στα νομικά πλαίσια του Διεθνούς δικαίου, π.χ. να έχουμε συνεργασία και να δίνουμε διευκολύνσεις σε στρατιωτικές επιχειρήσεις μόνο αν έχουν την έγκριση του ΟΗΕ.
 
5. Προϋποθέσεις για να φτάσουμε στη λύση
 
Το κυπριακό πρόβλημα έχει δύο συνιστώσες: το διχασμό του κυπριακού λαού και την τουρκική κατοχή. Για να αναιρέσουμε το διχασμό, χρειάζεται να γίνουν ζυμώσεις και διεργασίες μέσα στο λαό, που θα μας ενώσουν και θα μας μονιάσουν. Αυτό μπορεί να αρχίσει με τον διάλογο ανάμεσα στις δύο κοινότητες και έπειτα, να συνεχιστεί μέσω του κοινού αγώνα για ελευθερία και δημοκρατία. Η συντροφικότητα στον αγώνα, μαζί με την αίσθηση των κοινών συμφερόντων και της κοινής πατρίδας, θα αποκαταστήσουν σταδιακά την εμπιστοσύνη.
 
Ωστόσο, για να μπορεί να πραγματοποιηθεί ο διάλογος ανάμεσα στις δύο κοινότητες, χρειάζεται να υπάρχουν δημοκρατικές διαδικασίες για να αναδεικνύεται η λαϊκή θέληση. Αυτό περιλαμβάνει και την εκλογή νόμιμων αντιπροσώπων. Στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, λόγω της τουρκικής κατοχής, αυτό δεν συμβαίνει. Η κυπριακή κυβέρνηση δεν συνομιλεί με τους αντιπροσώπους των Τ/Κ, αλλά του παράνομου καθεστώτος και ως εκ τούτου, της Τουρκίας. Οι λεγόμενοι αντιπρόσωποι ψηφίζονται κυρίως από έποικους, που αποτελούν την πλειοψηφία. Η κυπριακή κυβέρνηση οφείλει, πρώτον, να σταματήσει να συνομιλεί με τους εντεταλμένους της Τουρκίας και δεύτερον, να εξασφαλίσει στους Τ/Κ, νόμιμες εκλογές, οι οποίες θα πραγματοποιηθούν στις ελεύθερες περιοχές, ώστε να αναδείξουν τους πραγματικούς τους αντιπροσώπους. Με αυτούς πρέπει να γίνεται ο διάλογος.
 
Την κατοχή μπορούμε να την ανατρέψουμε, αν, ενωμένοι, στερήσουμε κάθε νομιμοποίηση της Τουρκίας στην περιοχή και συγκροτηθούμε ως κυρίαρχος κυπριακός λαός. Τα τουρκικά στρατεύματα που εδράζονται στην Κύπρο, δεν εξασφαλίζουν πλήρως τον έλεγχο του νησιού από την Τουρκία, χωρίς η Τουρκία να έχει την – έστω και με διαμαρτυρίες – συναίνεση των Τ/Κ.
 
Θα χρειαστούν βέβαια και οι κατάλληλες διεθνείς συμμαχίες. Για να μπορούν όμως να πραγματοποιηθούν, χρειάζεται η Κύπρος να ανακτήσει την εθνική της κυριαρχία. Αυτό προϋποθέτει την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή άλλες δεσμεύσεις που εμποδίζουν την εφαρμογή μιας ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής, η οποία να εξυπηρετεί τα δικά μας συμφέροντα, αντί εκείνα των ξένων δυνάμεων.
 
6. Επίλογος
 
Ο σκοπός μας είναι να δώσουμε ώθηση για την απελευθέρωση του δημόσιου διαλόγου για το Κυπριακό από τα στενά πλαίσια στα οποία τον έχουν εγκλωβίσει οι παρωχημένες αντιλήψεις, τα ντόπια και ξένα συμφέροντα και τα λάθη του παρελθόντος. Το κείμενο αυτό είναι η δική μας συνεισφορά για να γίνει μια αρχή. Θέλουμε να ακούσουμε και άλλες ιδέες, παρατηρήσεις και κριτικές. Παρακινούμε τον κάθε Κύπριο να συμμετέχει σε αυτή τη διαδικασία για εμπλουτισμό της ανάλυσης και της ανάπτυξης των ιδεών, προσδοκώντας τελικά στη δημιουργία ενός πραγματικά παλλαϊκού κινήματος.
 
Αναφορές
[1] Οι απόρρητες εκθέσεις Νιχάτ Ερίμ. Η γένεση της τουρκικής υψηλής στρατηγικής στο Κυπριακό. Επιμ. Χρ.Ιακώβου (2017)
[2] Αχμέτ Νταβούτογλου, «Το στρατηγικό βάθος – Η διεθνής θέση της Τουρκίας», εκδ. Ποιότητα, μτφ. Νικόλαος Ραπτόπουλος, επιστ. Επιμ. Νεοκλής Σαρρής. 9η εκδ. ISBN 978-960-7803-57-3.
[3] Αυτές είναι οι εξής: ελευθερία διακίνησης προσώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων.
[4] http://kinimaamesodimokratias.blogspot.com.cy/2018/02/ Καταστατικές Θέσεις [Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018]
[5] http://kinimaamesodimokratias.blogspot.com.cy/2017/10/ Αναλυτικές θέσεις: Έποικοι [Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017]

Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

Ανακοίνωση σχετικά με την απόφαση της Πολεοδομίας για απόρριψη της αίτησης της εταιρείας H.C.M. για “ αξιοποίηση των χρυσοφόρων αποθεμάτων του μεταλλείου του Στρογγυλού στο Μαθιάτη”.

- ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ -

Το Κίνημα Αμεσοδημοκρατίας χαιρετίζει την απόφαση της Πολεοδομίας να απορρίψει την αίτηση της εταιρείας H.C.M. για “ αξιοποίηση των χρυσοφόρων αποθεμάτων του μεταλλείου του Στρογγυλού στο Μαθιάτη”.
 
Η απόφαση της πολεοδομίας εκδόθηκε με σχετική καθυστέρηση και εν μέσω αντιδεοντολογικών και απαράδεκτων παρεμβάσεων του Υπουργείου Μεταφορών για έγκριση μέρους του εν λόγω αιτήματος.
 
Τα όσα διημείφθησαν κατά την εξέταση του θέματος και η απόφαση της πολεοδομίας, επιβεβαιώνουν τόσο την δική μας, όσο και πολλών άλλων θέση ότι τα χαρακτηριστικά της περιοχής του μεταλλείου, δηλαδή η αρχαιολογική και περιβαλλοντική του αξία δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε μεταλλευτική δραστηριότητα. Τούτο ελπίζουμε να έγινε κατανοητό από την H.C.M. ώστε να μην επανέλθει ούτε και για έστω ενός κιλού μεταλλευτικού υλικού εκμετάλλευση από την περιοχή αυτή.

ΘΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΕ ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Καταστατικές αλλαγές στο ΚΙΝΑΜΕ

Το ΚΙΝΑΜΕ είναι μια ομάδα ζύμωσης. Όταν ξεκινήσαμε τη δραστηριότητά μας δεν είχαμε όλες τις γνώσεις και τις τοποθετήσεις που έχουμε σήμερα. Όσο προχωρούμε, τόσο περισσότερο δουλεύουμε, βαθαίνουμε και ενίοτε αναθεωρούμε τις θέσεις μας. Η ζύμωση αυτή δεν γίνεται μόνο μέσα στην μικρή ομάδα μας, αλλά κυρίως μέσα από τις επαφές και τις συζητήσεις που έχουμε με άλλα άτομα και ομάδες και φυσικά, μέσα από τη μελέτη. Στόχος μας είναι να προωθήσουμε αυτού του είδους τον ουσιαστικό διάλογο μέσα στην κυπριακή κοινωνία. Μόνο όταν αποβάλουμε σαν λαός τον φανατισμό, τη νοοτροπία του οπαδού και τον δογματισμό και μάθουμε να μελετούμε, να ερευνούμε, να τεκμηριώνουμε και να ανταλλάζουμε ιδέες με ένα εποικοδομητικό τρόπο, χωρίς παρωπίδες και αγκυλώσεις, μόνο τότε μπορούμε να γίνουμε μια πραγματικά δημοκρατική κοινωνία. Μια κοινωνία που θα ορίζει η ίδια τη ζωή και το μέλλον της, αντί να άγεται και να φέρεται από κάθε λογής λαοπλάνο και πολιτικάντη, προς την εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλων αντί των δικών της.

Η ομάδα μας είναι δεν είναι αρκετά μεγάλη για να ονομάζεται κίνημα. Προσπαθούμε όμως να καλλιεργήσουμε το έδαφος πάνω στο οποίο θα μπορέσει μια μέρα να αναπτυχθεί ένα πραγματικά δημοκρατικό κίνημα. Γι' αυτό, πιο σωστά πρέπει να ονομαζόμαστε:

Πρωτοβουλία για ένα κίνημα αμεσοδημοκρατίας

Αυτή την ονομασία την υιοθετήσαμε ομόφωνα και θα αποτελεί το πλήρες όνομά μας από εδώ και πέρα. Το συντομογραφικό όνομα «ΚΙΝΑΜΕ» θα διατηρηθεί ως έχει.

Οι θέσεις μας δεν αποτελούν εγχειρίδιο, αλλά τη συνεισφορά μας στον κοινωνικό διάλογο. Αναζητούμε τη διαφορετική άποψη, τη διαφωνία και την κριτική, γιατί μόνο αυτές μπορούν πραγματικά να μας βοηθήσουν να τις αναπτύξουμε. Από την άλλη, δεν ακολουθούμε την τακτική του να μην παίρνουμε θέση για τα δύσκολα ζητήματα, με τη δικαιολογία ότι δεν θέλουμε τάχα να δώσουμε έτοιμες λύσεις στην κοινωνία. Ότι τάχα είναι η ίδια που πρέπει να αποφασίσει για τα ζητήματα και όχι εμείς. Όποιος το λέει αυτό, είναι σαν να διαχωρίζει τη θέση του από την κοινωνία. Ξεχνά ότι είναι μέλος της και ότι εμείς ως άτομα και ως υποσύνολα είναι που την αποτελούμε. Για να πάρει η κοινωνία αποφάσεις, πρέπει ο καθένας μας να πάρει αποφάσεις. Για να υπάρχει κοινή γνώμη, πρέπει ο καθένας μας να έχει γνώμη. Και αν όλοι αρνούμαστε να θέσουμε κάτω τα ζητήματα, ιδιαίτερα τα πιο δύσκολα, αν δεν έχουμε τη διάθεση να βάλουμε το μυαλό μας να δουλέψει για να βρούμε λύσεις και προπάντων, αν δεν έχουμε το θάρρος να τις εκθέσουμε στη δημόσια κριτική, κανένα ουσιαστικό κίνημα δεν μπορεί να γεννηθεί από μας. Άμεση δημοκρατία δεν είναι να αφήνουμε την σκληρή δουλειά για τους άλλους. Είναι να την αναλαμβάνει ο καθένας.

Όταν ξεκινήσαμε, μετά από μήνες συζητήσεων και αναλύσεων μέσα στην ομάδα μας και πριν ακόμα βγούμε προς τα έξω, καταλήξαμε σε μια σειρά από θέσεις, τις οποίες στη συνέχεια δημοσιεύσαμε με τον τίτλο «Καταστατικές Θέσεις». Καταστατικός είναι αυτός που θεμελιώνει ή που σχετίζεται με την ίδρυση μιας κατάστασης, μιας οργάνωσης, ενός θεσμού, ενός κινήματος κλπ. Οι καταστατικές μας θέσεις συνοψίζουν τις ιδέες μας για τα θεμέλια ενός κινήματος για την άμεση δημοκρατία. Αυτές τις θέσεις συνεχίσαμε να τις επεξεργαζόμαστε και να τις αναπτύσσουμε, με αποτέλεσμα να γίνουν πιο αναλυτικές, να καταπιαστούν με περισσότερα ζητήματα και να αυξηθεί σημαντικά ο όγκος τους. Αυτό ήταν αναπόφευκτο, γιατί για να μπορέσει να αποστάξει κανείς την ουσία από ένα σύνολο απόψεων και προβληματισμών, πρέπει πρώτα να δουλέψει αυτό το σύνολο. Σήμερα είμαστε σε θέση να παρουσιάσουμε το απόσταγμα αυτής της δουλειάς. Οι παλαιότερες καταστατικές θέσεις εντάσσονται πλέον στις αναλυτικές μας θέσεις.

Ακολουθεί το κείμενο των νέων καταστατικών μας θέσεων.

ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ


ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ – ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ – ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ – ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ – ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ

Επανένωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων σε βάση ενιαίου κράτους. Όχι σε λύση ομοσπονδίας. Η ομοσπονδία που μεθοδεύεται για την Κύπρο είναι ένας ρατσιστικός διαχωρισμός βασισμένος στην καταγωγή, ο οποίος δεν ενώνει τον Κυπριακό λαό, αλλά τον κρατά διαχωρισμένο, εξασφαλίζοντας το διαίρει και βασίλευε των ξένων δυνάμεων που επιβουλεύονται την πατρίδα μας. Αναγνώριση του δικαιώματος του εθνικού αυτοπροσδιορισμού και της ανεξιθρησκίας, σε συνδυασμό με σεβασμό γενικότερα της διαφορετικότητας. Θέλουμε μια κοινωνία που θα διέπεται από το πνεύμα του «Όλοι διαφορετικοί - Όλοι ίσοι». Μόνο ενωμένοι μπορούμε να εξασφαλίσουμε την αυτοδιάθεση και την ελευθερία μας.

Αυτοδιάθεση και άσκηση εθνικής κυριαρχίας. Ο κυπριακός λαός να έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει ελεύθερα για τη ζωή του, την κοινωνία, την πολιτεία και τους νόμους, τους φυσικούς του πόρους, τη γη του, τον αέρα και τη θάλασσά του, χωρίς να δίνει λογαριασμό σε ξένες χώρες ή οργανισμούς, εκτός από τις έλλογες υποχρεώσεις του που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο. Αυτό προϋποθέτει απελευθέρωση από την Τουρκική κατοχή, κατάργηση του καθεστώτος των βρετανικών βάσεων και έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Προϋποθέτει ακόμα επαρκή άμυνα και επανασυγκρότηση της οικονομίας σε παραγωγική βάση, χωρίς συσσώρευση χρέους, καθώς και τη δημιουργία νέου Συντάγματος που να πηγάζει από το λαό και να απευθύνεται στις ανάγκες του. Η αυτοδιάθεση και η εθνική κυριαρχία είναι προϋποθέσεις της δημοκρατίας.

Άμεση δημοκρατία. Η πραγματική δημοκρατία δεν εξαντλείται με τις εκλογές. Δημοκρατία σημαίνει ότι οι πολίτες κυβερνούν οι ίδιοι, άμεσα και δεν τους κυβερνούν άλλοι. Θέλουμε: Ανακλητούς αντιπροσώπους και συχνά δημοψηφίσματα για όλα τα σημαντικά θέματα, αφού προηγηθεί κοινωνικός διάλογος. Δυνατότητα υποβολής από τους πολίτες εισηγήσεων για συζήτηση από τη βουλή και άλλα κέντρα αποφάσεων, υποβολής προτάσεων που τίθενται σε δημοψήφισμα και δυνατότητα προσβολής των αποφάσεων της βουλής. Διαφάνεια σε όλες τις διαδικασίες του κράτους και πρόσβαση του πολίτη σε όλα τα έγγραφα και δεδομένα. Δυνατότητα προβολής των οργανωμένων συνόλων από τα ΜΜΕ για την προώθηση του κοινωνικού διαλόγου. Πρόσβαση των πολιτών σε όλες τις υπηρεσίες και τους αρμόδιους για έκθεση των προβλημάτων, των παραπόνων και των εισηγήσεών τους. Όμως η δημοκρατία δεν αφορά μόνο τη λήψη αποφάσεων. Δεν υπάρχει δημοκρατία εκεί που υφίστανται μεγάλες κοινωνικές ανισότητες, χωρίς κοινωνικό κράτος, κράτος δικαίου και παιδεία.

Κοινωνικό κράτος και κράτος δίκαιου. Περιορισμός των κοινωνικών ανισοτήτων. Η πολιτεία να μην αφήνει κανένα πολίτη να είναι φτωχός. Άνευ όρων βασικό εισόδημα και κοινωνικές παροχές, που θα επιτρέπουν να ζουν όλοι αξιοπρεπώς, έχοντας εξασφαλισμένα: στέγη, νερό, τροφή, ρουχισμό, ηλεκτρισμό, τηλεπικοινωνίες, πρόσβαση στο διαδίκτυο, συγκοινωνίες, παιδεία, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, και δυνατότητες κατάρτισης και εξεύρεσης εργασίας. Ιδιαίτερη σημασία στη στήριξη της οικογένειας. Κοινωνική ασφάλιση αναδιανεμητικού τύπου υπέρ των οικονομικά ασθενέστερων. Κατάργηση των έμμεσων φόρων. Προοδευτικά αυξανόμενος φόρος εισοδήματος ως μέσο περιορισμού της ανισότητας με αναδιανεμητικό χαρακτήρα. Συλλογικές συμβάσεις. Στήριξη των μικρών επιχειρήσεων. Προστασία της τοπικής παραγωγής. Έλεγχος των επιχειρήσεων. Περιορισμός στο μέγεθος των ιδιωτικών επιχειρήσεων ώστε να μην καθίστανται συστημικές, εθνικοποίηση όσων είναι εκ φύσεως συστημικές, αποτροπή μονοπωλίων και ολιγοπωλίων, ή αυστηρή επιτήρησή τους και περιορισμοί όπου αυτό δεν είναι δυνατόν. Αποτρεπτικοί νόμοι ενάντια στον σχηματισμό καρτέλ. Απαραίτητες υποδομές για οικονομική ανασυγκρότηση. Εκσυγχρονισμός του εκπαιδευτικού συστήματος με βάση τη σύγχρονη επιστημονική γνώση.

Διεθνισμός. Κανένας λαός δεν είναι εχθρός μας. Εχθροί μας είναι τα συστήματα συμφερόντων και εξουσίας που μας βάζουν να σφαζόμαστε μεταξύ μας. Εχθρός μας είναι ο ιμπεριαλισμός. Δεν δεχόμαστε φασίστες, ρατσιστές και σωβινιστές. Η Κύπρος είναι πολύ μικρή, αλλά δεν είμαστε μόνοι. Σύμμαχοί μας είναι όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο που αγωνίζονται για δημοκρατία και ελευθερία. Με αυτούς η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να επιδιώξει στενή συνεργασία. Δεν ταυτιζόμαστε με τις επιταγές τις Δύσης, ούτε της Ρωσίας ούτε κανενός άλλου. Δεν συνάπτουμε σχέσεις με κράτη εις βάρος άλλων λαών. Αμοιβαία ωφέλιμες διεθνείς σχέσεις και συνεργασίες. Εμείς ως οργάνωση επιδιώκουμε τη συνεργασία με τις οργανώσεις και τα κινήματα των άλλων χωρών που έχουν συμβατές με μας αξίες και επιδιώξεις.

Οικολογία. Η κοινωνία μας χρειάζεται να αναδιοργανωθεί έτσι ώστε να συνυπάρχει σε μια σχέση αμοιβαίου οφέλους με το φυσικό περιβάλλον. Να καλλιεργήσουμε έναν πολιτισμό σεβασμού προς όλους τους ζωντανούς οργανισμούς του πλανήτη.

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018

Η σημαντικότητα της ελεύθερης, απρόσκοπτης πρόσβασης στο Διαδίκτυο ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη Δημοκρατία. Οι τελευταίες αρνητικές εξελίξεις

Στις 14 Δεκεμβρίου 2017, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών (FCC) των ΗΠΑ (επί της παρούσης επί διακυβέρνησης Τραμπ, και διορισμένη από τον ίδιο) αποφάσισε την κατάργηση των κανόνων Ουδετερότητας στο Διαδίκτυο (Net Neutrality). Αυτοί οι κανόνες ουσιαστικά υποχρέωναν, μέχρι τότε, τις υπό ολιγοπωλιακό καθεστώς μεγαλοεταιρείες που ελέγχουν το υλικό (hardware) και την τεχνική υποδομή του Διαδικτύου να μεταχειρίζονται το Διαδίκτυο ως δημόσια παροχή (utility) και όχι ως ιδιωτικά παρεχόμενη υπηρεσία (service). Ως εκ τούτου, οι εν λόγω εταιρείες υποχρεούντο να παρέχουν ίση μεταχείριση στον κάθε πελάτη τους όσο αφορά πρόσβαση σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες, πρωτόκολλα επικοινωνίας και μεταφοράς δεδομένων και διαχείρισης των δεδομένων του. Επίσης, υποχρεούντο να μην διακρίνουν μεταξύ διαφορετικών παροχέων περιεχομένου (content providers) όσο αφορά την ταχύτητα μεταφοράς δεδομένων που παρέχεται στους πελάτες τους.

Με απλά λόγια, αν πχ έχει ένας πελάτης συμβόλαιο με την Verizon, δεν επιτρεπόταν η Verizon να του παρέχει, π.χ. εύρος ζώνης (=ταχύτητα μεταφοράς δεδομένων) 10 Gigabit το δευτερόλεπτο για μεταφορά δεδομένων από το Youtube, αλλά 3 Gigabit το δευτερόλεπτο για μεταφορά δεδομένων από το Facebook η οποιονδήποτε άλλο παροχέα περιεχομένου. Απαγορευόταν η προσθήκη σχετικών κανονισμών η όρων στα συμβόλαια παροχής υπηρεσιών Διαδικτύου. Μετά την κατάργηση των εν λόγω κανονισμών, πλέον δικαιούνται οι μεγαλοεταιρείες τηλεπικοινωνιών, λειτουργώντας σε ολιγοπωλιακό καθεστώς, να παρέχουν διαφορετική ταχύτητα πρόσβασης σε δεδομένα διαφορετικής προέλευσης, μέχρι και να μην επιτρέπουν την πρόσβαση σε δεδομένα συγκεκριμένης προέλευσης. Εύκολα μπορεί να φανταστεί κάποιος την εκμετάλλευση αυτής της ασυδοσίας τόσο για οικονομικά, όσο και για πολιτικά ωφέλη.

Κατ’ αρχήν, δικαιούνται οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών να χρεώνουν τους παροχείς περιεχομένου για παροχή πρόσβασης στο περιεχόμενο τους από τους χρήστες, η και για παροχή μη περιορισμένης πρόσβασης στο περιεχόμενο τους από τους χρήστες. Αυτό όχι μόνο επιτρέπει άλμα στα υπερκέρδη των μεγαλοεταιρειών εις βάρος των παροχέων περιεχομένου, αλλά το πιο σημαντικό, λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς τη βιωσιμότητα «μικρών» παροχέων περιεχομένου, με περιορισμένες πηγές εσόδων. Αυτό περαιτέρω εδραιώνει τον έλεγχο στο τι βλέπουμε στο Διαδίκτυο, όχι μόνο των μεγαλοεταιρειών τηλεπικοινωνιών, αλλά και (πιο σημαντικό) των μεγαλοεταιρειών παροχής περιεχομένου, π.χ. Google, Facebook κ.ο.κ. Επειδή, στην τελική, το πραγματικό θέμα δεν είναι η μείωση των ταχυτήτων πρόσβασης στο Διαδίκτυο σε όσους και όσες δεν έχουν η δεν επιθυμούν να πληρώσουν τον εκβιασμό των εταιρειών τηλεπικοινωνιών με τον οποίο θα κρατούν όμηρο το Διαδίκτυο, αλλά το μπλοκάρισμα συγκεκριμένων ιστοσελίδων, και το αναγκαστικό κλείσιμο μικρών παροχέων περιεχομένου λόγω οικονομικών δυσκολιών.

Τα πιο πάνω θα έχουν ως συνέπεια ουσιαστικά τη διάλυση οποιασδήποτε έννοιας πραγματικής δημόσιας σφαίρας στις ΗΠΑ, εκτός εκεί όπου τοπική αντίσταση εξομαλύνει η και αποτρέψει τις συνέπειες της κατάργησης της Ουδετερότητας του Διαδικτύου. Το περιεχόμενο που θα βλέπει ο κάθε χρήστης του Διαδικτύου θα ελέγχεται πλήρως από λιγοστούς μεγάλους παροχείς περιεχομένου, οι οποίοι όντας οι ίδιοι μεγαλοκεφαλαιοκράτες θα προωθούν αφηγήσεις, οπτικές, δημοσιογραφία και πληροφορία, αλλά και θα ρυθμίζουν τις συζητήσεις αναλόγως, ούτως ώστε να προωθούνται τα συμφέροντα του κεφαλαίου και του κράτους. Οι ανεξάρτητοι, μικροί, διαφωνούντες παροχείς περιεχομένου (η και γενικότερα όσοι δεν «τα βρίσκουν» με τις μεγαλοεταιρείες τηλεπικοινωνιών) είτε θα στραγγαλίζονται οικονομικά, είτε, αν πραγματικά ενοχλούν τις μεγαλοεταιρείες η και τα πληρωμένα (μέσω συνεισφορών στα κόμματα) τσιράκια τους στο κράτος, θα μπλοκάρονται εξολοκλήρου, πλην συγκεκριμένων μεθόδων πρόσβασης άγνωστων στον μέσο χρήστη Διαδικτύου. Ως εκ τούτου, το Διαδίκτυο θα μετατραπεί από μια δημόσια σφαίρα συζήτησης και διάδρασης, σε απλά μια τηλεόραση με απλά πολύ περισσότερα κανάλια, που όλα τους όμως θα ακολουθούν συγκεκριμένες γραμμές. Ουσιαστικά θα πρόκειται για την εξόντωση τόσο του Διαδικτύου, όσο και του μοναδικού τρόπου δημόσιας διαβούλευσης στον σύγχρονο κόσμο.

Παρόλο που η απόφαση για κατάργηση της ουδετερότητας του Διαδικτύου πάρθηκε στις ΗΠΑ, θα έχει μεγάλες επιπτώσεις παγκόσμια. Καταρχήν, τεχνικά μιλώντας, η ταχύτητα πρόσβασης σε οποιαδήποτε σελίδα στο Διαδίκτυο εξαρτάται από την πιο αργή ενδιάμεση σύνδεση, π.χ. το πιο αργό καλώδιο που συνδέει ενδιάμεσα τον παροχέα περιεχομένου με τον παραλήπτη. Μπορούμε να φανταστούμε π.χ. ένα δίκτυο μεταφοράς νερού, αποτελούμενο από πολλές σωλήνες ενωμένες μεταξύ τους. Η ταχύτητα μεταφοράς του νερού περιορίζεται απόλυτα από την πιο στενή σωλήνα. Ως εκ τούτου, αν οι συνδέσεις ενός παροχέα περιεχομένου βασισμένου στις ΗΠΑ είναι πολύ πιο αργές, θα περιοριστεί σε αυτό το βαθμό η ταχύτητα σύνδεσης οποιουδήποτε καταναλωτή περιεχομένου αυτού του παροχέα ανά το παγκόσμιο. Επίσης, η ατυχής τάση μιμητισμού (τουλάχιστο στις χώρες της «Δύσης») οποιασδήποτε πολιτικής ή και νοοτροπίας προερχόμενης από τις ΗΠΑ, φέρνει την εφαρμογή παρόμοιων πολιτικών κοντά και στην Ευρώπη και, δυστυχώς, και στην Κύπρο. 

Το Κίνημα Αμεσοδημοκρατίας αναγνωρίζει πως, για να μπορέσει να εφαρμοστεί πραγματική Δημοκρατία, απαιτείται μια δημόσια σφαίρα διαλόγου και συζητήσεων, ελεύθερη και προσβάσιμη στον καθένα χωρίς περιορισμό. Επόμενο βήμα είναι η επέκταση αυτής της σφαίρας στην κλίμακα των πληθυσμών των χωρών, αλλά και ολόκληρου του πλανήτη. Αυτό μπορεί να καταστεί εφικτό στο κοντινό μέλλον μόνο με τη χρήση του Διαδικτύου. Απαραίτητη είναι επίσης η ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση και αναζήτηση πληροφορίας στο Διαδίκτυο, ούτως ώστε να μπορούν οι πολίτες να ενημερώνονται από διάφορες πηγές, αλλά και να αποκτούν το απαραίτητο γνωσιακό υπόβαθρο που θα τους επιτρέπει τη λήψη ενημερωμένων αποφάσεων και απόψεων. Ως εκ τούτου, η Ουδετερότητα στο Διαδίκτυο είναι απαραίτητη. Δεν πρόκειται μόνο για ένα θέμα παροχής ενός δημόσιου αγαθού χωρίς το οποίο η σύγχρονη αξιοπρεπής ζωή δεν υφίσταται, όπως πχ το νερό, αλλά, όσον αφορά το διακύβευμα του εκδημοκρατισμού των κοινωνιών και της πολιτικής, για κάτι ακόμη πιο σημαντικό, αφού χωρίς αυτό Δημοκρατία δεν υφίσταται.

Ως εκ τούτου, το Κίνημα Αμεσοδημοκρατίας στέκεται αλληλέγγυο σε όσους και όσες αγωνίζονται και θα αγωνιστούν ενάντια στον περιορισμό με οποιοδήποτε τρόπο της προσβασιμότητας του Διαδικτύου, και τη μετατροπή της φύσης του από χώρο κοινωνικού και πολιτικού διαλόγου, σε μια υπηρεσία πρόσβασης σε στοχευμένη προπαγάνδα και κατευθυνόμενη σκουπιδοψυχαγωγία. Στηρίζουμε, ανάμεσα σε άλλα:
  • -        Την αναγκαία αντιμετώπιση της επαίσχυντης απόφασης της FCC με κάθε ένδικο μέσο.
  • -        Την ανοικτή αψήφιση της απόφασης από πολιτείες,κομητείες,πόλεις και καταναλωτές, και τη διάδοση τεχνικών τρόπων ακύρωσης των συνεπειών της απόφασης, μέσω παράκαμψης μηχανισμών ελέγχου δικτύων.
  • -        Το μπουκοτάζ ενάντια σε κάθε εταιρεία τηλεπικοινωνιών η και μεγαλοπαροχέα περιεχομένου που θα δοκιμάσει να εκμεταλλευτεί τη νέα απαράδεκτη κατάσταση.
  • -        Τη δημιουργία από τα κάτω, με χρήση λογισμικού ανοικτού κώδικα (Open-Source) και αυτοσχέδιου υλικού (hardware), εναλλακτικών δικτύων επικοινωνίας, μεταφοράς περιεχομένου και κοινωνικού διαλόγου.

Η νέα επαίσχυντη νομοθεσία μπορεί και πρέπει να νικηθεί. Η Δημοκρατική προοπτική εξαρτάται από αυτό. 

ΚΙΝΗΜΑ ΑΜΕΣΟΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ     

Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017

Τμήμα Οδικών Μεταφορών: σαδισμός ή διαφθορά;

Η ασυδοσία που συνάντησε ο Κωνσταντίνος Φρίξου στο Τμήμα Οδικών μεταφορών (ΤΟΜ) και ιδιαίτερα στο δημόσιο Κέντρο τεχνικού Ελέγχου Μηχανοκίνητων Οχημάτων (ΚΕΜΟ), πιθανών να φανεί γνώριμη. Παρόμοια ασυδοσία αποκαλύπτεται σε διάφορες υπηρεσίες του κράτους, στις οποίες είμαστε αναγκασμένοι να απευθυνόμαστε. Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια, όπως κάνουμε συνήθως οι περισσότεροι σε τέτοιες περιπτώσεις. Αντίθετα, αγωνίζεται όχι μόνο να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, αλλά να πολεμήσει αυτή τη νοσηρή κατάσταση, ώστε να μην συμβεί ξανά σε άλλους. Αν όλοι είχαμε μια τέτοια στάση, τέτοια φαινόμενα δεν θα υπήρχαν. Ως ΚΙΝΑΜΕ χαιρετίζουμε την πρωτοβουλία του, στεκόμαστε δίπλα του και καλούμε όλους όσους έχουν αντιμετωπίσει παρόμοιες καταστάσεις, να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Σε τελική ανάλυση, οι αρμόδιοι μπορούν να συμπεριφέρονται έτσι, επειδή εκτός από την εκάστοτε κυβέρνηση, τους το επιτρέπουμε και εμείς οι πολίτες.

Η μεταχείριση που δέχτηκε ο Κ. Φρίξου είναι τουλάχιστον ύποπτη. Δεν αποκλείεται πίσω από τη σαδιστική συμπεριφορά των επιθεωρητών του ΚΕΜΟ και της κάλυψής τους από τον διευθυντή του ΤΟΜ, να κρύβεται ένα κύκλωμα διαφθοράς. Φυσικά δεν κατηγορούμε κανέναν, προς το παρόν. Ωστόσο, τα γεγονότα δικαιολογούν τη διενέργεια έρευνας από πλευράς της πολιτείας. Ας δούμε όμως πρώτα τα γεγονότα, όπως τα περιγράφει ο ίδιος:

Ο Κωνσταντίνος Φρίξου, τελειόφοιτος φοιτητής του Τμήματος Μηχανικών Μηχανολογίας και Κατασκευαστικής του Πανεπιστημίου Κύπρου και απόφοιτος της δραματικής σχολής Βλαδίμηρου Καυκαρίδη, αγόρασε ένα παλιό λεωφορείο, με σκοπό να το μετατρέψει σε αυτοκινούμενο τροχόσπιτο, για τις ανάγκες του περιπλανώμενου θιάσου του. Θέλοντας να τηρήσει όλες τις απαιτήσεις του νόμου, απευθύνθηκε επανειλημμένως στα επαρχιακά γραφεία του ΤΟΜ για να συλλέξει τις απαραίτητες πληροφορίες. Οι πληροφορίες που πήρε, ήταν συχνά αντικρουόμενες. Στις 20/10/2016, μετά από υποδείξεις που έλαβε, αποτάθηκε στο ΤΟΜ για την εγγραφή του οχήματος ΜΡ 157 ως λεωφορείο, πριν να γίνει η αλλαγή σε τροχόσπιτο. Στην φάση αυτή, και αφού το όχημα είχε περάσει από τον έλεγχο των διαφόρων μηχανημάτων, του υποδείχθηκαν αρκετές επιδιορθώσεις.

Αφού ο ίδιος συμμορφώθηκε πλήρως με όλες τις υποδείξεις του τμήματος και αφού δαπάνησε το ποσό των 1200 ευρώ, ούτως ώστε να φέρει το όχημα στην προβλεπόμενή του κατάσταση, επανήλθε στις 18/11/2016 στο ΚΕΜΟ Λευκωσίας για επανέλεγχο. Τότε, ο υπεύθυνος επιθεωρητής, βλέποντας ότι είχαν γίνει όλα όσα είχαν ζητηθεί προηγουμένως, απέρριψε ξανά το αίτημα για έκδοση πιστοποιητικού καταλληλότητας και και του υπέδειξε επιπρόσθετες επιδιορθώσεις.

Σε δήλωση του κ. Φρίξου ότι, δεν προτίθεται να θέσει το όχημα σε κυκλοφορία ως λεωφορείο, αλλά ως αυτοκινούμενο τροχόσπιτο, ο εν λόγω επιθεωρητής απάντησε αδιάφορα ότι θα έπρεπε να είχε γίνει από την αρχή αυτή η μετατροπή, και όχι να προηγηθεί έκδοση πιστοποιητικού καταλληλότητας σαν λεωφορείο, παρόλο που αυτή ήταν η αρχική υπόδειξη του τμήματος!

Σε ερώτηση και πάλι του ιδίου κατά πόσον θα εκδοθεί άδεια καταλληλότητας μετά την μετατροπή του οχήματος σε τροχόσπιτο, ο επιθεωρητής απάντησε: «εάν το φέρεις ως τροχόσπιτο θα εκδοθεί η άδεια, αφού είναι εντάξει μηχανικά», πράγμα που φαίνεται και από το δεύτερο δελτίο ανεπιτυχούς τεχνικού ελέγχου, όπου σημειώνονται ελάχιστες υποδείξεις.

Έγιναν λοιπόν όλες οι απαιτούμενες επιδιορθώσεις και το όχημα μετατράπηκε σε τροχόσπιτο, κάνοντας έτσι το συνολικό δαπανηθέν ποσό να ξεπερνά τις 4000 ευρώ. Συγκεκριμένα ο κ. Φρίξου:


  1. Έλαβε άδεια μετατροπής του οχήματος σε τροχόσπιτο από τον αρμόδιο του τμήματος
  2. Κατέβαλε τον απαιτούμενο φόρο κατανάλωσης στο τελωνείο Λ/σίας και
  3. Έλαβε άδεια καταλληλότητας από την Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία για ηλεκτρική εγκατάσταση

Μετά από αυτά τα βήματα, επανήλθε στο ΚΕΜΟ Λευκωσίας για να ολοκληρωθεί η διαδικασία αλλαγής κατηγορίας του οχήματος του. Εκεί ο επιθεωρητής τον αντιμετώπισε ειρωνικά με χυδαιότατες εκφράσεις και βωμολοχίες, όπως: «Καλά ρε μαλάκα, ίντα που εν τούτα τα κρεβάθκια που έβαλες δαμέσα; Εν παρτούζες που εν να κάμνετε;». Να σημειωθεί ότι η έκφραση αυτή αποτελεί την «ηπιότερη» από όσες εκτόξευσε ο συγκεκριμένος επιθεωρητής, κρίνεται όμως σκόπιμο να μην αναφερθούν τα υπόλοιπα δημοσίως.

Αμέσως μετά και παρά το γεγονός ότι το όχημα πέρασε τον έλεγχο από τα μηχανήματα του τμήματος, χωρίς να ανεβρεθεί οποιοδήποτε πρόβλημα, ο εν λόγω επιθεωρητής, αναφώνησε: «Ε, τωρά που τα έκαμεν ούλλα, τι εν να έβρουμε να τον κόψουμε πάλε;». Τελικά αρνήθηκε να εκδώσει το πιστοποιητικό καταλληλότητας και κάλεσε ένα άλλο υπάλληλο της αρχής. Ο συγκεκριμένος υπάλληλος δήλωσε ότι το όχημα δεν μπορεί να λάβει πιστοποιητικό καταλληλότητας, λόγω παλαιότητας και σε πρόταση του κ. Φρίξου να του ανακοινωθούν εκ νέου τα πιθανά προβλήματα για να τα επιδιορθώσει ο υπάλληλος αυτός αναφώνησε επί λέξη: «Εν να σου γράψουμεν ότι εν διαλυμένον ολόκληρο το αμάξωμα για να μεν μπορείς να το σάσεις». Σε εκ νέου ερώτηση γιατί υποδείχτηκαν και μάλιστα γραπτώς όλες αυτές οι επιδιορθώσεις, ο ίδιος υπάλληλος θρασύτητα δήλωσε: «Μα εν εκατάλαβες γιατί σου εγράψαμεν τούτες ούλλες τες αλλαγές για να κάμεις; Πέρκι το αποφασίσεις τζαι εν ιξαναέρτεις».

Παρά την επιμονή του κ. Φρίξου να του δοθεί γραπτώς απάντηση για την απόρριψη του αιτήματος του, οι αρμόδιοι αρνήθηκαν να το πράξουν, διώχνοντας τον κακήν κακώς, χωρίς να εκδώσουν το προβλεπόμενο δελτίο ανεπιτυχούς τεχνικού ελέγχου.

Ακολούθως, στις 10/4/2017, η κατάσταση κοινοποιήθηκε στον διευθυντή του τμήματος κ. Σωτήρη Κολέττα, μέσω επιστολής δικηγόρου, στην οποία τέθηκαν τα εξής ερωτήματα: (α) Κατά πόσον τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από τη νομοθεσία και / ή τους κανονισμούς διαδικασίες (β) Κατά πόσον θα έπρεπε να δοθεί γραπτώς η απόρριψη του αιτήματος και (γ) Κατά πόσον η πρακτική του τμήματος είναι να απαιτούνται επιδιορθώσεις για οχήματα που είναι παντελώς ακατάλληλα και δεν πρόκειται να περάσουν από τον τεχνικό έλεγχο. Ενάμιση μήνα αργότερα και αφού είχε προηγηθεί και τέταρτη επιθεώρηση του οχήματος, δόθηκε πολυσέλιδη απάντηση από τη διεύθυνση του τμήματος, κρίνοντας την κατάσταση του οχήματος ως κάκιστη, αλλά αρνούμενη να απαντήσει στα ξεκάθαρα ερωτήματα που είχαν τεθεί ενώπιόν της.

Προφανώς, η χυδαία συμπεριφορά των υπαλλήλων του ΚΕΜΟ, παραβιάζει τον κώδικα δεοντολογίας των δημοσίων υπαλλήλων. Το άρθρο 60 του περί δημόσιας υπηρεσίας νόμου με τίτλο: «Θεμελιώδη καθήκοντα δημόσιων υπαλλήλων», ορίζει ότι ο δημόσιος υπάλληλος υπηρετεί τον λαό και οφείλει, μεταξύ άλλων:

«2 (α) Να ασκεί πάvτoτε τα καθήκοντα του αμερόληπτα απροσωπόληπτα και δίκαια και μόvo βάση αντικειμενικών κριτηρίων και να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την προαγωγή της εύρυθμης λειτουργίας του Κράτους και της δημόσιας υπηρεσίας.
...
(γ) να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξυπηρέτηση του κoιvoύ με τρόπο αντικειμενικό, δίκαιο, απροσωπόληπτο και αμερόληπτο
...
(ε) να μην ενεργεί ή παραλείπει ή συμπεριφέρεται με τρόπο που δυνατόν να δυσφημήσει το κύρος της δημόσιας υπηρεσίας γενικά ή τη θέση του ειδικά ή που δυνατόν να τείνει σε κλovισμό της εμπιστοσύνης του κoιvoύ στη δημόσια υπηρεσία
(στ) να συμπεριφέρεται με ευπρέπεια, ευγένεια και ειλικρίνεια»
.

Η συμπεριφορά των υπαλλήλων χρήζει πειθαρχικής δίωξης, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 73 του ίδιου νόμου:

«(1) Δημόσιος υπάλληλος υπόκειται σε πειθαρχική δίωξη:
(α) Αν διαπράξει παράπτωμα που ενέχει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα
(β) αν ενεργήσει ή παραλείψει κάτι με τρόπο που ισοδυναμεί με παράβαση oπoιoυδήπoτε από τα καθήκοντα ή τις υποχρεώσεις δημόσιου υπαλλήλου»
.

Ωστόσο, εκτός από τις χυδαιότητες και την ανάρμοστη συμπεριφορά, εδώ έχουμε μια σκόπιμη ταλαιπωρία ενός πολίτη, τον οποίον οι επιθεωρητές του ΚΕΜΟ υπέβαλαν σε άσκοπο χάσιμο χρόνου, σε άδικους κόπους και απώλεια ενός μεγάλου χρηματικού ποσού, παραπλανώντας τον ότι το όχημα μπορεί να λάβει άδεια χρήσης. Και το ερώτημα είναι, γιατί έκαναν κάτι τέτοιο; Ο κ. Φρίξου δεν είχε προηγούμενα μαζί τους, ούτε καν τους γνώριζε πριν τα εν λόγω γεγονότα. Επιπλέον, πρόκειται για έναν νέο άνθρωπο, που προσπαθεί να ξεκινήσει την επαγγελματική του ζωή, μετά τις σπουδές του, ασκώντας τη θεατρική τέχνη που τόσο αγαπά. Γιατί να θέλουν να του κόψουν τα φτερά;

Εκείνο που κάνει ύποπτη τη συμπεριφορά των επιθεωρητών, είναι πως, αν ήθελαν απλώς να τον ξεφορτωθούν, όπως προκλητικά του είπαν, θα μπορούσαν απλούστατα να απορρίψουν από την αρχή το όχημα. Με αυτόν τον τρόπο, θα γλίτωναν από οποιεσδήποτε άλλες φασαρίες. Γιατί αντί αυτό, προτίμησαν να τον ταλαιπωρήσουν;

Αν επρόκειτο για έναν μόνο υπάλληλο, θα μπορούσε να αποδώσει κανείς αυτή τη συμπεριφορά σε κακεντρέχεια και σαδισμό. Όμως εδώ έχουμε τέσσερις ξεχωριστούς υπαλλήλους του ΚΕΜΟ να συμπεριφέρονται με παρόμοιο τρόπο, ενώ η διεύθυνση του ΤΟΜ, αντί να ζητήσει πειθαρχική έρευνα εναντίον τους, έσπευσε να τους καλύψει, με μια απαράδεκτη απάντηση που δεν έμπαινε στην ουσία του ζητήματος, δηλαδή της μεταχείρισης που έτυχε ο παραπονούμενος.

Προφανώς, οι υπάλληλοι δεν ήθελαν απλώς να «ξεφορτωθούν» τον κ. Φρίξου, αφού αντίθετα τον ανάγκαζαν να επιστρέφει επανειλημμένως στο κέντρο για νέες επιθεωρήσεις. Προφανώς, σε κάτι άλλο αποσκοπούσαν. Μήπως περίμεναν να τους προταθεί κάποιο ποσόν, ώστε να γίνει η δουλειά;

Η τακτική αυτή είναι πολύ γνωστή και διαδεδομένη. Ο αρμόδιος δεν μπορεί να ζητήσει άμεσα μίζα από τον πολίτη, γιατί με αυτόν τον τρόπο εκτίθεται και κινδυνεύει. Στη συγκεκριμένη μάλιστα περίπτωση, οι διάλογοι έγιναν υπό την παρουσία κόσμου. Αντίθετα, αν ο πολίτης πλησιάσει τον αρμόδιο και του προτείνει τη μίζα, αυτομάτως είναι ένοχος για απόπειρα δωροδοκίας. Αυτό καθιστά την παράνομη πράξη ασφαλέστερη για τον αρμόδιο, αφού ο πολίτης χάνει τη δυνατότητα να προσφύγει στη δικαιοσύνη, χωρίς να ενοχοποιήσει τον εαυτό του. Αλλά για να φτάσει στο σημείο να προτείνει κάτι τέτοιο, ο πολίτης πρέπει να υποστεί μια μεγάλη ταλαιπωρία και έξοδα. Μόνο τότε, για να μην πάνε όλα χαμένα, ενδεχομένως να είναι διατεθειμένος να πληρώσει το τίμημα. Συνεπώς η πολιτεία οφείλει να εξετάσει σε βάθος την υπόθεση, η οποία μυρίζει διαφθορά.

Ως ΚΙΝΑΜΕ ζητούμε:

  • Τη διενέργεια έρευνας από τις αρχές για ενδεχόμενη διαφθορά, τόσο των τεσσάρων υπαλλήλων του ΚΕΜΟ όσο και του διευθυντή του ΤΟΜ.
  • Την παραδειγματική τιμωρία των τεσσάρων υπάλληλων του ΚΕΜΟ, τουλάχιστον για την παραπλάνηση του κ. Φρίξου και την ανάρμοστη συμπεριφορά που επέδειξαν.
  • Την αποζημίωση του Κωνσταντίνου Φρίξου για τα έξοδα και την ταλαιπωρία που υπέστηκε λόγω των υποδείξεων του ΤΟΜ και του ΚΕΜΟ.
  • Την τροποποίηση του σχετικού νόμου, ώστε η πρώτη επιθεώρηση ενός οχήματος από το ΚΕΜΟ, η οποία καταλήγει σε υποδείξεις για επιδιορθώσεις, να είναι δεσμευτική για την υπηρεσία, όσον αφορά την έκδοση πιστοποιητικού καταλληλότητας, εφόσον οι επιδιορθώσεις πραγματοποιηθούν με επιτυχία και εφόσον δεν προκύψει οποιαδήποτε νέα βλάβη στο ενδιάμεσο διάστημα. Διαφορετικά, ο πολίτης πρέπει να αποζημιώνεται για οποιαδήποτε έξοδα που επωμίστηκε, λόγω των υποδείξεων της επιθεώρησης.

Όλα τα σχετικά έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση παρατίθενται στην ιστοσελίδα του facebook της Ομάδας διαμαρτυρίας αγανακτισμένων πολιτών ενάντια στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, που συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Φρίξου.

Καλούμε όσους συμπολίτες μας έχουν πέσει θύματα ανάλογης συμπεριφοράς από το εν λόγω τμήμα, να επικοινωνήσουν με την ομάδα διαμαρτυρίας και να ενώσουν της δυνάμεις τους για την αποκατάσταση της αδικίας και την εξάρθρωση του καρκινώματος που, όπως αντιλαμβανόμαστε, αναπτύχθηκε στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών.

Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017

Η κατάλυση του Συντάγματος (περιληπτικό)

Το 2006, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας καταλύθηκε ολοκληρωτικά από το ίδιο το κοινοβούλιο, με μια πραξικοπηματικού χαρακτήρα αναθεώρηση. Μάλιστα, το Σύνταγμα δεν καταλύθηκε για να επιβληθεί ένα άλλο, αλλά στην ουσία καταργήθηκε η ίδια η ύπαρξη πρωτογενούς δικαίου στην Κύπρο. Διότι η τροποποίηση δεν έθεσε μόνο το πρωτογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και οποιουσδήποτε κανονισμούς, οδηγίες, πράξεις και μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που αποφασίζονται από την ΕΕ και τα θεσμικά της όργανα, υπεράνω του Συντάγματος. Η Βουλή, η οποία ψήφισε την παράνομη τροποποίηση, αλλά και ολόκληρο το πολιτικό κατεστημένο που έδωσε την συναίνεσή του, είναι ένοχο για πράξη εσχάτης προδοσίας, με την ευρύτερη σημασία του όρου, ή – αν θέλουμε να μιλήσουμε σε αυστηρά νομική γλώσσα, καθώς ο κυπριακός ποινικός κώδικας δίνει ένα πολύ στενό ορισμό της εσχάτης προδοσίας – είναι ένοχη για εγκλήματα κατά του Συντάγματος και της συνταγματικής τάξης, σύμφωνα με το άρθρο 156 του Συντάγματος αλλά και των άρθρων 36 και 47 του ποινικού κώδικα.

Πως έγινε η κατάλυση του Συντάγματος


Πριν την τροποποίηση, το άρθρο 179 έθετε το Σύνταγμα ως τον ανώτατο νόμο της Δημοκρατίας και δήλωνε ρητώς ότι ούτε η Βουλή, ούτε οποιοδήποτε όργανο, αρχή ή πρόσωπο νομιμοποιείται να πάρει αποφάσεις ασύμφωνες με το σύνταγμα. Επιπλέον, το άρθρο 182, ορίζει ότι, όσα άρθρα του συντάγματος καταγράφονται στο παράρτημα ΙΙΙ, δεν μπορούν με κανένα τρόπο να τροποποιηθούν. Η κατάλυση του Συντάγματος συντελέστηκε με την προσθήκη ενός νέου άρθρου, του 1Α, και της τροποποίησης του άρθρου 179. Το άρθρο 1Α έχει ως ακολούθως:

«Ουδεμία διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από τη Δημοκρατία τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδιά τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από του να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία».

Το άρθρο 179, που έθετε το Σύνταγμα ως τον υπέρτατο νόμο του κράτους, τροποποιήθηκε ως εξής:

«1. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 1Α, το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρατίας. 2. Ουδείς νόμος ή απόφασις της Βουλής των Αντιπροσώπων ή εκατέρας Κοινοτικής Συνελεύσεως ως και ουδεμία πράξις ή απόφασις οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου εν τη Δημοκρατία ασκούντος εκτελεστικήν εξουσίαν ή οιονδήποτε διοικητικόν λειτούργημα δύναται να είναι καθ’ οιονδήποτε τρόπον αντίθετος ή ασύμφωνος προς οιανδήποτε των διατάξεων του Συντάγματος ή προς οποιαδήποτε υποχρέωση επιβάλλεται στη Δημοκρατία ως αποτέλεσμα της συμμετοχής της ως κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση».

Η τροποποίηση αυτή καταργεί την Κυπριακή Δημοκρατία ως ανεξάρτητο κράτος, αφού αφαιρεί από τον κυπριακό λαό την δυνατότητα αυτοθέσμισης και γενικότερα την δυνατότητα λήψης αποφάσεων. Επιτρέπει την μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σε ξένα κέντρα λήψης αποφάσεων, ακόμα και αν αυτό έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα. Πάνω από τη θέληση του λαού, τίθενται οι αποφάσεις ατόμων που δεν ανήκουν σ' αυτόν και τους οποίους δεν επιλέγει ο ίδιος. Τις αποφάσεις αυτές, ο λαός δεν μπορεί, στην πράξη, να τις επηρεάσει με κανένα τρόπο. Άρα, η αναθεώρηση αυτή παραβιάζει ακόμα και το άρθρο 1 του Συντάγματος, που ορίζει τη μορφή του πολιτεύματος ως προεδρική δημοκρατία: «Η Κυπριακή Πολιτεία είναι ανεξάρτητος και κυρίαρχος Δημοκρατία, προεδρικού συστήματος ...».

Τα άρθρα του παραρτήματος ΙΙΙ του Συντάγματος, εκείνα δηλαδή που σύμφωνα με το άρθρο 182 «δεν δύνανται, καθ’ οιονδήποτε τρόπον, να τροποποιηθώσι δια μεταβολής, προσθήκης ή καταργήσεως», παρακάμπτονται μέσω της τροποποίησης του 2006. Αυτό σημαίνει ότι, εκτός από την αφαίρεση από τον κυπριακό λαό της δυνατότητας λήψης αποφάσεων, αλλάζει ο χαρακτήρας του Συντάγματος, με την μετατροπή του από «σκληρό» σε «μαλακό». Τα σύγχρονα συντάγματα διαθέτουν ένα σκληρό πυρήνα, δηλαδή άρθρα που δεν επιδέχονται τροποποίηση, μεταξύ άλλων για να διασφαλίζεται ο δικαιοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματος και να αποτρέπονται θεμελιώδεις αλλαγές από πρόσκαιρες πλειοψηφίες, που μπορούν να αποδιοργανώσουν την πολιτεία. Υπεράνω αυτού το σκληρού πυρήνα, τίθενται με την τροποποίηση οι ευμετάβλητες αποφάσεις των διαφόρων οργάνων της ΕΕ. Τα θεμέλια του πολιτεύματος άλλαξαν, χωρίς ο λαός να ερωτηθεί ή να ενημερωθεί.

Πως δικαιολογήθηκε η τροποποίηση


Οι αναθεωρητές προέβησαν σε νομικές ακροβασίες πρωτοφανούς φαιδρότητας. Το Σύνταγμα του 1960, είχε την ανωμαλία να μην συμπεριλαμβάνει το άρθρο 179, που θεμελιώνει την ίδια του την υπόσταση, στα άρθρα εκείνα που δεν δύναται να τροποποιηθούν! Αυτό το γεγονός χρησιμοποιήθηκε για να αποδοθεί νομιμοφάνεια στην πραξικοπηματική τροποποίηση. Ο κ. Αχιλλέας Αιμιλιανίδης, στο βιβλίο του «Η υπέρβαση του Κυπριακού Συντάγματος» [1], βραβευμένο από ένα ευρωπαϊκά προσανατολισμένο οργανισμό, γράφει: «Αναμφίβολα η τροποποίηση του άρθρου 179 του Συντάγματος αποτελούσε την πλέον ενδεδειγμένη νομοτεχνικά λύση»!

Ωστόσο, ανεξάρτητα από την μη συμπερίληψη του άρθρου 179 στο παράρτημα ΙΙΙ του Συντάγματος, από πλευράς συστηματικής ερμηνείας του (του 179), είναι προφανές ότι οι ίδιοι λόγοι που απαγορεύουν την τροποποίηση των άρθρων του παραρτήματος ΙΙΙ, ισχύουν αναγκαστικά και για το άρθρο 179, καθώς με την αναίρεση της υπόστασης του Συντάγματος ως τον υπέρτατο νόμο του κράτους, επιτρέπουν την de facto αναίρεση των άρθρων του παραρτήματος ΙΙΙ, από ένα οποιοδήποτε κανονισμό ή οδηγία της Ε.Ε. που δε συνάδει με τις διατάξεις τους. Ο ουσιώδης, για την ίδια τη υπόσταση του Συντάγματος, χαρακτήρας του άρθρου 179, επιβάλλει την απαγόρευση της τροποποίησής του. Όπως εξηγεί ο Έλληνας συνταγματολόγος Αντώνης Μανιτάκης:

«Η αυστηρότητα του Συντάγματος δημιουργεί, λοιπόν, ένα ακόμη όριο στην αναθεώρησή του, όριο που η συνταγματική θεωρία κατατάσσει στα σιωπηρά όρια, σε αντιδιαστολή προς τα ρητά ή τυπικά όρια, τα οποία διακρίνονται σε ουσιαστικά και διαδικαστικά. [§] Τα σιωπηρά όρια αποκαλούνται έτσι, διότι δεν δηλώνονται πουθενά ρητά, αλλά προκύπτουν λογικά από την όλη οικονομία και το πνεύμα του άρθρου που αφορά την αναθεώρηση. Είναι, εξάλλου, στενά συνδεδεμένα με τη μορφή του πολιτεύματος και συνάπτονται με την ταυτότητα και τα θεμελιώδη δομικά στοιχεία της συνταγματικής τάξης, στην οποία αναφέρονται [2]».

Να σημειώσουμε εδώ ότι το «πνεύμα» των διατάξεων του Συντάγματος, λαμβάνεται υπόψιν, κατά την ερμηνεία τους, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 180: «Εν περιπτώσει ασαφείας, το Σύνταγμα ερμηνεύεται υπό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου λαμβανομένου υπόψη και του κειμένου των συμφωνιών Ζυρίχης της 11ης Φεβρουαρίου, 1959, και Λονδίνου της 19ης Φεβρουαρίου, 1959, κατά τε το γράμμα και το πνεύμα αυτών». Συνεχίζοντας, ο Δρ. Μανιτάκης αναφέρει:

«Ανακεφαλαιώνοντας, χρειάζεται να επαναλάβουμε ότι, εφόσον αποκλείεται από το Σύνταγμα κάθε συνταγματική μεταβολή που οδηγεί άμεσα ή έμμεσα στην αλλαγή της μορφής και της βάσης του πολιτεύματος, θα πρέπει, κατά λογική ακολουθία, να απορριφθεί και κάθε τροποποίηση της διαδικασίας αναθεώρησης, η οποία καθιστώντας το Σύνταγμα ηπιότερο, καταλήγει, δια της πλάγιας οδού, καταστρατηγώντας μη αναθεωρήσιμη θεμελιώδη συνταγματική διάταξη, στο ίδιο αποτέλεσμα. Δεν υπόκειται, πάντως, σε αναθεώρηση κάθε αρχή ή θεσμός που προσδίδει στο πολίτευμα την ταυτότητά του και εξασφαλίζει τη συνέχειά του. Τα σιωπηρά όρια της αναθεώρησης συνδέονται, επομένως, με τις θεμελιώδεις αρχές ή αξίες του πολιτεύματος και της έννομης τάξης, και αποτελούν μέρος αυτού που η ιταλική θεωρία αποκαλεί πραγματικό Σύνταγμα. Στο πραγματικό σύνταγμα υπάγονται το σύνολο των κανόνων ή αρχών, που, ανεξάρτητα αν είναι ρητά αποτυπωμένοι στο Σύνταγμα, συγκροτούν το σκληρό εκείνο πυρήνα της συνταγματικής τάξης, ο οποίος της εξασφαλίζει αποτελεσματική εφαρμογή, συνέχεια, ερμηνευτική ενότητα και της προσδίδει την ταυτότητά της [3]».

Είναι λοιπόν τόσο από πλευράς νομικής επιστήμης όσο και από πλευράς κοινής λογικής, πως καμιά αναθεωρητική πράξη της βουλής δεν μπορεί να είναι νόμιμη, όταν υποβαθμίζει την ίδια την υπόσταση του Συντάγματος και όταν υποβαθμίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα του λαού. Λυπούμαστε να παρατηρήσουμε πως, όταν ένας νομικός κρίνει μια τέτοια πράξη της βουλής ως «ενδεδειγμένη νομοτεχνικά λύση», αυτό εγείρει ζήτημα επιστημονικής αλλά και ηθικής αρτιότητας για τον ίδιο.

Γιατί ο κυπριακός λαός δεν αντέδρασε


Ο κύριος λόγος για τον οποίο δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση του ίδιου του λαού, είναι, απλούστατα, επειδή δεν ενημερώθηκε ποτέ. Οι περισσότεροι Κύπριοι δεν έχουν καθόλου γνώση του περιεχομένου της τροποποίησης και εκπλήσσονται όταν τους επιστήσει κανείς την προσοχή στα άρθρα 1Α και 179. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί και την πλήρη απουσία οποιασδήποτε αντίστασης από τον πολιτικό και τον νομικό κόσμο της Κύπρου. Έκτος από το ΚΙΝΑΜΕ, δεν υπήρξε μέχρι σήμερα καμιά φωνή που να αναδεικνύει την κατάλυση του Συντάγματος. Κανένας δεν φαίνεται να θέλει να το υπερασπιστεί. Αυτό ισχύει για διάφορους λόγους.

Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ένα δοτό Σύνταγμα, το οποίο ο Κυπριακός λαός αναγκάστηκε να δεχτεί ενόσω ήταν υποτελής σε ένα ξένο κράτος (το Ηνωμένο Βασίλειο) και ως εκ τούτου δεν είναι προϊόν της ελεύθερης του βούλησης. Ο ηγέτης των Ελληνοκυπρίων και πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ', δήλωσε ότι υπέγραψε τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, οι οποίες οδήγησαν στην γέννηση του κράτους και τη σύνταξη του Συντάγματος, στη διαπραγμάτευση των οποίων δεν συμμετείχε, «με το πιστόλι στον κρόταφο», ενώ τον Απρίλιο του 1964 τις κατάγγειλε μονομερώς.

Επιπλέον, το δοτό σύνταγμα δεν λειτούργησε καθόλου. Η αποτυχία του συντάγματος, αντί να αποδοθεί στους σχεδιαστές του, αντί να αποδοθεί σε εκείνους που εξανάγκασαν με εκβιασμούς τον κυπριακό λαό να το δεχτεί, αποδόθηκε στον ίδιο τον Κυπριακό λαό. Από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, είδαμε την ίδια τακτική να επαναλαμβάνεται πολλές φορές, από τις διάφορες ξένες δυνάμεις που παίζουν τα γεωπολιτικά τους παιγνίδια εις βάρος μας: το να μας καθιστούν υπόλογους για όποια απόφαση πήραμε ως λαός, έχοντας να επιλέξουμε ανάμεσα στις επιλογές που εκείνοι σχεδίασαν για μας και που εκβιαστικά έθεσαν ενώπιόν μας.

Η μόνη θεραπεία σε αυτή την συνταγματική ανωμαλία, θα ήταν η Συντακτική Εθνοσυνέλευση του ενιαίου, επανενωμένου κυπριακού λαού, για τη δημιουργία ενός νέου Συντάγματος. Αυτός θα έπρεπε να είναι ο υπέρτατος στόχος μας ως λαός, Ελληνοκυπρίων, Τουρκοκυπρίων και γενικά όλων των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ανεξαρτήτως της θέσης μας στο πολιτικό φάσμα, των θρησκευτικών μας πεποιθήσεων ή της καταγωγής μας. Μια συντακτική εθνοσυνέλευση η οποία θα συνθέσει τις συνιστώσες που αποτελούν το φάσμα των απόψεων του λαού μας, για να δημιουργήσει ένα κράτος θεμελιωμένο πάνω στη δική μας βούληση. Ένα κράτος που θα σχεδιαστεί έτσι ώστε να ενθαρρύνει την συμμετοχή των πολιτών στις διαδικασίες του και του οποίου όλες οι εξουσίες θα πηγάζουν με τον αμεσότερο δυνατό τρόπο από τους ίδιους τους πολίτες.

Το γεγονός ότι το Σύνταγμά μας είναι προϊόν επιβολής, και επειδή, σε μεγάλο βαθμό, οδήγησε στην τραγωδία του 1974, δικαιολογημένα βρίσκεται χαμηλά στην εκτίμηση των Κυπρίων. Αυτό όμως εγγυμονεί μεγάλους κινδύνους. Γιατί η κατάλυση του Συντάγματος, από οποιουδήποτε ντόπιους ή ξένους παράγοντες, οι οποίοι δεν εκπροσωπούν το λαό και τη βούλησή του, όχι μόνο οδηγεί στην υποτέλεια του κυπριακού λαού, αλλά θέτει σε κίνδυνο και την ίδιά του την φυσική υπόσταση. Κατάλυση του Συντάγματος σημαίνει κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, πράγμα που αφήνει τον λαό μας απροστάτευτο και έρμαιο εκείνων που επιβουλεύονται την πατρίδα μας.

Από την άλλη μεριά, έχουμε μια σχεδόν ομόφωνη προσήλωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία ο κυπριακός λαός βλέπει ως προστάτιδα δύναμη απέναντι στην Τουρκιά. Παρόλο τον αντιδημοκρατικό και αντιλαϊκό χαρακτήρα της, παρόλο που η ΕΕ έχει αφαιμάξει οικονομικά τα αδύναμα κράτη του ευρωπαϊκού νότου και προπαντός, παρόλο που έχει καταστρέψει ολοσχερώς την Ελλάδα, όχι μόνο από οικονομικής και θεσμικής άποψης, άλλα σε σημείο γενοκτονίας του Ελληνικού πληθυσμού, παρόλο ακόμα που επέτρεψε στην Τουρκία, να προβεί σε άνευ προηγουμένου ενέργειες και διεκδικήσεις, που παραβιάζουν την εθνική κυριαρχία, τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας, εντούτοις οι Κύπριοι, εθελοτυφλώντας, συνεχίζουν να βλέπουν την ΕΕ ως προστάτιδα δύναμη. Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη ανάλυση του νομικού Νεόφυτου Χατζηλοΐζου, εν όψη της επικείμενης τότε ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ. Ο Νεόφυτος Χατζηλοΐζου, εξετάζοντας σε κείμενό του το 2003 τα αδιέξοδα που θα δημιουργούσε η προσπάθεια προσαρμογής του Συντάγματος ώστε αυτό να επιτρέπει την ένταξη της Κύπρου, έγραφε:

«Στο παράρτημα ΙΙΙ (σε συνδυασμό με το άρθρο 182) του Συντάγματος περιέχεται ο πίνακας των θεμελιωδών διατάξεών του, των οποίων απαγορεύεται η αναθεώρηση. Πολλές από τις διατάξεις αυτές θέτουν φραγμούς και εμπόδια στη συμμετοχή της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η προοπτική συνεπάγεται τη μεταβίβαση μιας διευρυμένης δέσμης αρμοδιοτήτων της Νομοθετικής, Εκτελεστικής και Δικαστικής εξουσίας από την Κύπρο ως κράτους-μέλους στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα όργανά της. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται και στην περίπτωση της Κύπρου είναι αν και πως θα μπορέσει η Δημοκρατία να εξοπλισθεί συνταγματικά, για να συμμετάσχει απρόσκοπτα στη νέα θεσμική ζωή της; Θα αρκούσε για τον σκοπό αυτό η ad hoc ενσωμάτωση στο Σύνταγμα της μιας νέας διάταξης με ευρεία κανονιστική εμβέλεια;
Δεν θα αργήσει να διαφανεί ενόψει της αυστηρότητος και ακαμψίας του Συντάγματος, η στενή σχέση αναλογίας, που θα έχουν οι δυο θεσμοί μεταξύ τους, δηλαδή το Σύνταγμα από την μια, και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα από την άλλη. Η σχέση αυτή θα αναδεικνύει τις όλο και μεγαλύτερες «διαβρώσεις» και «ρωγμές» που θα υφίσταται το Σύνταγμα της Κύπρου, όσο η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση του Νησιού θα προχωρεί όλο και σε μεγαλύτερο βαθμό.
Είναι γεγονός ότι η απουσία μιας διάταξης στο Σύνταγμα, η οποία θα διευθετούσε η θα άφηνε περιθώρια για συνταγματική αποδοχή της ένταξης στην Ευρώπη, παρόμοιας με αυτές που ισχύουν σε άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως π.χ. το άρθρο 28 του Ελληνικού Συντάγματος – οδηγεί σε νομικά αδιέξοδα, δεδομένου ότι από τη μια το Σύνταγμα δεν επιτρέπει την απονομή μέρους των εξουσιών, είτε προέρχονται από τη Νομοθετική, είτε από την Εκτελεστική ή από τη Δικαστική εξουσία, και από την άλλη η ενοποιητική λειτουργιά θα οδηγεί σε «απορρόφηση» από τα κοινοτικά όργανα, των αρμοδιοτήτων που το ίδιο το Σύνταγμα απένειμε στα κρατικά όργανα [4]».

Ο συγγραφέας κατέληγε στο εξής συμπέρασμα:

«Επομένως βρισκόμαστε ενώπιον του διλήμματος Σύνταγμα ή Ευρώπη, δηλαδή ένταξη στην Ευρώπη με οποιοδήποτε κόστος, ακόμη και με παραβίαση θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος, ή διαφύλαξή του ως «κόρη οφθαλμού» και μη προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση».

Η προσωπική του προτίμηση ήταν σαφής:

«Η πραγματικότητα καταδεικνύει ότι η ανάγκη ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπερτερεί της ίδιας της επιταγής του σεβασμού προς το Σύνταγμα και της προστασίας του».

Η προδοσία


Ο κυπριακός ποινικός κώδικας, στο άρθρο 36, δίνει ένα ιδιαίτερα στενό ορισμό της «εσχάτης προδοσίας», αφού περιλαμβάνει μόνο όποιον «ενεργά αναμειγνύεται σε ένοπλες εχθροπραξίες εναντίον της Δημοκρατίας», όποιον παρέχει βοήθεια σε χώρα ή σε ένοπλες δυνάμεις που είναι αναμεμιγμένες σε ένοπλες εχθροπραξίες εναντίον της Δημοκρατίας, ή ανατρέπει με τη χρήση βίας τη νόμιμη Κυβέρνηση της Δημοκρατίας. Η μη βίαιη ανατροπή της συνταγματικής τάξης δεν εμπίπτει επομένως στον ορισμό της εσχάτης προδοσίας. Ήδη το κυπριακό Σύνταγμα, με το άρθρο 156, διαχωρίζει την εσχάτη προδοσία από «αδικήματα κατά του Συντάγματος και της συνταγματικής τάξεως», αν και καθορίζει τις ίδιες, ειδικές διαδικασίες, εκδίκασης των αδικημάτων αυτών.

Πρόκειται βέβαια για μια ιδιαιτερότητα της κυπριακής νομοθεσίας. Για σκοπούς σύγκρισης, ο ελληνικός ποινικός κώδικας δίνει ένα πολύ καλύτερο ορισμό. Μεταξύ άλλων, το άρθρο 134, που φέρει τον τίτλο «εσχάτη προδοσία», περιλαμβάνει (παράγραφος 2) όποιον:

«... επιχειρεί με βία ή απειλή βίας ή με σφετερισμό της ιδιότητάς του ως οργάνου του Κράτους να καταλύσει ή να αλλοιώσει ή να καταστήσει ανενεργό, διαρκώς ή προσκαίρως, το δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία ή θεμελιώδεις αρχές ή θεσμούς του πολιτεύματος αυτού».

Οι θεμελιώδεις αρχές και θεσμοί του πολιτεύματος καθορίζονται στο άρθρο 134α, στο οποίο μεταξύ άλλων περιλαμβάνεται:

«... η αρχή της δέσμευσης του νομοθέτη από το Σύνταγμα και της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας από το Σύνταγμα και τους νόμους».

Με την ευρύτερη έννοια του όρου, η κατάλυση του Συντάγματος και η ανατροπή του πολιτεύματος χωρίς νομιμοποίηση από το λαό (π.χ. με Συντακτική Εθνοσυνέλευση και επικύρωση με δημοψήφισμα), είναι αναμφιβόλως εσχάτη προδοσία [5].

Ως εκ τούτου, η Βουλή και όλα τα όργανα, αρχές και πρόσωπα που εμπλέκονται σ' αυτή την πράξη, ενέχονται σε αδίκημα ανατροπής της συνταγματικής τάξης – και αυτό με την νομική σημασία του όρου. Τα αδικήματα αυτά επισείουν ποινές φυλάκισης, τόσο βάσει του άρθρου 156 του Συντάγματος, όσο και βάσει του άρθρου 47 του ποινικού κώδικα, το οποίο αφορά «ενέργειες σε βάρος της κυριαρχίας της Δημοκρατίας». Πέρα όμως από τις ποινικές ευθύνες, υπάρχουν ηθικές και πολιτικές ευθύνες, οι οποίες απλώνονται σε ολόκληρο το φάσμα του πολιτικού κόσμου της Κύπρου. Ιδιαίτερα όποιος κατείχε πολιτειακά αξιώματα όφειλε από τη θέση του να προσπαθήσει να σταματήσει αυτό το έγκλημα και να το καταγγείλει δημοσίως. Αυτή η ευθύνη βαραίνει βέβαια και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Η καθολικότητα αυτή της ευθύνης δεν την μετριάζει. Είναι ενδεικτική του γεγονότος ότι το πολιτικό μας σύστημα έχει σαπίσει και χρειάζεται να το αλλάξουμε.
  1. Αχιλλεύς Κ. Αιμιλιανίδης, «Η υπέρβαση του Κυπριακού Συντάγματος», εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2006, ISBN 960-445-111-1. Βραβείο «Άννυς Τσάτσου», του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου.
  2. Αντώνης Μανιτάκης, «Κράτος δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας», εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1994, ISBN 960-301-165-7. Βλ. Κεφ.9, σελ. 308
  3. Οπ. π. σελ. 309.
  4. Νεόφυτος Χατζηλοΐζου, «Συνταγματικό δίκαιο και η συνταγματική πραγματικότητα στην Κύπρο», Μάιος 2003.
  5. Π.χ.: «προδοσία (η) [αρχ.] [προδοσιών] 1. η αθέτηση (εκ μέρους κάποιου) των ηθικών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει, κυρ. προκειμένου να εξυπηρετήσει ιδιοτελείς σκοπούς, για λόγους προσωπικού συμφέροντος ΣΥΝ (εκφραστ.) ξεπούλημα 2. η δόλια πρόκληση βλάβης (σε κάποιον/κάτι), κυρ. ευνοώντας τον εχθρό του ή αποκαλύπτοντας το μυστικό του 3. (ειδικότ.) η βλάβη της πατρίδας ή των συμφερόντων της, λ.χ. με μυστική συνεργασία με τους εχθρούς, με παράδοση σε αυτούς τμήματος στρατού, οχυρής θέσεως κλπ., με εγκατάλειψη θέσεως σε ώρα μάχης 4. ΝΟΜ. Εσχάτη προδοσία (α) κάθε πράξη που συνιστά προσβολή του πολιτεύματος (βλάβη, διακινδύνευση ή διατάραξή του), καθώς και κάθε πράξη που στρέφεται κατά της ζωής φορέων πολιτειακών λειτουργημάτων (β) κάθε ενέργεια που στρέφεται κατά της ασφάλειας της πατρίδας και της εθνικής ακεραιότητας». Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ.Μπαμπινιώτη, Γ' έκδοση (τα παραδείγματα έχουν παραληφθεί).